https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΙΧΝΗ: Ένας αλλιώτικος Ντόριαν Γκρέι της Τζένης Κοσμίδου https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ένας αλλιώτικος Ντόριαν Γκρέι της Τζένης Κοσμίδου


   Για όλους τους ανθρώπους υπάρχει ένας διώκτης. Ένας δαίμονας που αν καταφέρει να τους κυριεύσει βασανίζει την ψυχή τους μέχρι να την οδηγήσει στο τέλος. Για άλλον αυτός ο δαίμονας ονομάζεται Χρήμα. Για άλλον Λαγνεία. Εξίσου ισχυρός είναι και εκείνος που ακούει στο όνομα Ζήλια. Κανείς του όμως δεν είναι σε θέση να συγκριθεί με τον δαίμονα που ονομάζεται Χρόνος. Είναι ο πιο ισχυρός, ο πιο άγριος και αδυσώπητος όλων. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την ξέφρενη πορεία φθοράς που επιφέρει.
  Δεν υπάρχει τίποτα πιο οδυνηρό από αυτήν την ίδια την ομορφιά. Για σένα τον ίδιο που την κατέχεις. Οι περισσότεροι βλέποντας έναν όμορφο άνθρωπο, σε όποιο από τα δύο φύλλα και αν ανήκει, συμπεραίνουν αυτόματα ότι θα έχει πληγώσει αμέτρητους συνανθρώπους του επειδή δεν θα μπορούσαν να τον έχουν. Λάθος. Ο πόνος του άπιαστου δεν είναι αβάσταχτος. Μπορεί να γεννήσει δημιουργία, τέχνη, τάση για να γίνεσαι κάθε μέρα ολοένα και καλύτερος, στην προσπάθεια σου να έχεις έστω και μια μικρή ελπίδα να αγγίξεις το αντικείμενο του πόθου σου.
  Οι άνθρωποι από φυσικού μας έχουμε μέσα μας την ελπίδα της πιθανότητας για το αναπάντεχο όσο ελάχιστη και αν είναι αυτή. Ο μεγαλύτερος πόνος είναι αυτός του ανέφικτου που βιώνει το ωραίο όντας αντικείμενο πόθου για πολλούς. Το ανέφικτο της αέναης συντήρησης της ομορφιάς του που θα δίνει τροφή στον πόθο των θαυμαστών του, γεννώντας καλλιτέχνες, καλύτερους ανθρώπους ή απλά δυστυχισμένους που περιφέροντας δεξιά και αριστερά την λύπη τους βρίσκουν την λύτρωση της ευτυχίας στην αγκαλιά ενός παρηγορητή. Κάποιου που θα αφιερώσει την ζωή του στο να απαλύνει τον πόνο τους και μέσα από αυτό θα γίνει και ό ίδιος ευτυχισμένος. Η ευθύνη της ομορφιάς είναι τεράστια και η συντήρηση της, κόντρα στη λαίλαπα του χρόνου, αδύνατη. Μονάχα εκείνος ο Ντόριαν Γκρέι κατάφερε να κερδίσει. Και τι δεν θα έδινα να έχω ένα πορτραίτο σαν το δικό του. Να γερνά αυτό και εγώ να παραμένω νέος. Αναλλοίωτος. Ίσως τελικά να έπρεπε να γίνω ποιητής η συγγραφέας ρομαντικών μυθιστορημάτων. Η ζωή μου τότε θα ήταν πιο απλή. Θα τραγουδούσα τον έρωτα αντί να έχω το χρέος να τον εμπνέω. Η δουλειά μου θα ήταν πολύ πιο απλή. Η ευθύνη μου λιγότερο δυσβάσταχτη. Δεν θα εμπόδιζαν το χρέος μου οι ρυτίδες, που σιγά -σιγά θα αφήσουν τις ανεξίτηλες χαρακιές τους στο πρόσωπο, που για χάρη του, ξενύχτησαν τόσες γυναίκες. Οι ζάρες στα χέρια δεν θα αλλοίωναν την όψη τους στερώντας από τόσες γυναίκες το καταφύγιο που έβρισκαν εκεί στα όνειρα τους τις ατελείωτες ώρες της μοναξιάς τους. Ίσως να παραληρώ, το συνηθίζω όταν γράφω στο ημερολόγιο μου. Είναι το μόνο μέρος που μπορώ να φλυαρώ για τους φόβους μου. Το μόνο; Αχάριστοι που είμαστε τελικά οι άνθρωποι. Αρέσκομαι στο να ξεχνάω εκείνη. Αυτή που τα χέρια της ακούραστα αποτυπώνουν την ομορφιά μου στους καμβάδες της ακούγοντας ατέλειωτα παραληρήματα σαν το αποψινό. Αυτήν που τα μάτια της επιβεβαιώνουν σιωπηλά την υπόσχεση που επαναλαμβάνουν τα χείλη της θέλοντας να με καθησυχάσουν. «Όσα χρόνια και αν περάσουν, όσο και αν αλλοιωθούν τα χαρακτηριστικά σου, στα δικά μου μάτια θα συνεχίζεις να σαι τόσο όμορφος όπως τώρα. Όπως τότε την πρώτη φορά που σε αντίκρισα».
  Θα ήταν αστείο να με ρωτήσει κάποιος αν είναι ερωμένη μου. Εννοείται πως είναι, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι έχει και την αποκλειστικότητα. Είναι παράλογο να ζητάς την αποκλειστικότητα της ομορφιάς. Είναι σαν να κλείνεις έναν πανάκριβο έργο τέχνης σε ένα θησαυροφυλάκιο θέλοντας να ικανοποιήσεις την εγωιστική σχεδόν παρανοϊκή επιθυμία να σου ανήκει, τρέφοντας έτσι την προσωπική σου ικανοποίηση, αδιαφορώντας για το ότι σε κοινή θέα θα έκανε ευτυχισμένους και άλλους ανθρώπους. Την ομορφιά δεν μπορείς να την έχεις σε μεγάλες δόσεις. Είναι επικίνδυνο μπορεί να σε σκοτώσει. Της το έλεγα συχνά. Χαμένος κόπος. Εκείνη πάντα χαμογελούσε και αποδεχόταν τα πάντα. Της αρκούσε να μένει δίπλα μου. Να αποτυπώνει την εικόνα μου στους καμβάδες της ακόμα πιο όμορφη από ότι ήταν βλέποντας την μέσα από τα μάτια της αγάπης της ακόμα και όταν την προηγούμενη την είχα διώξει ,μέσα στη νύχτα, για να μοιραστώ το στρώμα μας με μια άγνωστη που είχα γνωρίσει σε ένα μπαρ. Τα χαράματα που ξεπροβόδισα την ξένη την βρήκα στο πλατύσκαλο να περιμένει και τα μάτια της δεν είχαν χάσει τίποτα από αυτή την πελώρια αγάπη που αντίκριζα κάθε φορά που με κοιτούσαν. Ποιος από τους δύο μας ήταν ο άρρωστος; Εκείνη η Εγώ; Μπορεί και οι δύο. Το δικό μου ναρκωτικό λεγόταν Ναρκισσισμός το δικό της Άλεν. Ένα κοινό είχαμε. Οι ζωές και τον δύο περιστρέφονταν γύρω από τον εαυτό μου.
  Εγώ από ένα σημείο και μετά άφησα τον φόβο της φθοράς να με κυριεύσει χάνοντας το ενδιαφέρον για το οτιδήποτε και εκείνη αφιερώθηκε στο να με πείσει ότι μένω αναλλοίωτος, αφού η διαβεβαίωση της, πως όσο αδυσώπητος και να στεκόταν μελλοντικά μαζί μου ο χρόνος στο μέλλον τα μάτια της θα αντίκριζαν πάντα την ίδια εικόνα, δεν ήταν αρκετή για να με καθησυχάσει. Ήταν εγωιστικό αλλά δεν μου έφτανε μονάχα ο δικός της θαυμασμός. Είχα ανάγκη να με θαυμάζουν όλοι. Έτσι κλειστήκαμε στο ατελιέ. Αν με ρωτήσεις ούτε εγώ ξέρω για πόσο. Εγώ πόζαρα και εκείνη με ζωγράφιζε, κάθε φορά ομορφότερο από την προηγούμενη. Βγαίναμε μόνο όταν εξέθετε τα έργα της και εγώ έστεκα δίπλα της βλέποντας το κοινό της να θαυμάζει εμένα και την εικόνα μου στις εκθέσεις της και πολλές φορές χαρίζοντας τη χαρά της φευγαλέας απόκτησης σε κάποιες από τις γυναίκες που βρίσκονταν εκεί. Εκείνη δεν ταραζόταν. Ήξερε ότι ανήκα σε εκείνη.
Ήξερε ότι είχε γίνει το ναρκωτικό μου αφού είχε φροντίσει να ποτίσει βαθιά μέσα μου την ιδέα ότι στα μάτια της ,όσα χρόνια και να περνούσαν, η εικόνα μου δεν θα αλλοιωνόταν και η εικόνα που θα έβλεπε θα αποτυπωνόταν στους καμβάδες και όταν πια η εικόνα που αποτυπωνόταν έπαυε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα θα έπαυα να βγαίνω από το ατελιέ. Ο κόσμος θα έβλεπε τους πίνακες και θα πίστευε πως ήμουν αναλλοίωτος. Θα θεωρούσαν πως η εκκεντρικότητα μου με έκανε να αποφεύγω τις δημόσιες εμφανίσεις. Βίωνα την ιστορία του Ντόριαν Γκρέι ανάποδα σαν σε αντικατοπτρισμό από καθρέφτη. Στη δική μας ιστορία θα γέρναγα εγώ μα τα πορτραίτα μου θα έμεναν πάντα νέα, αναλλοίωτα και ποθητά.

Ήξερε ότι διάβαζα το ημερολόγιο του, δεν τον ενοχλούσε άλλωστε δεν είχε προσπαθήσει ποτέ να κρύψει κάτι από μένα. Το θεωρούσε περιττό. Γνώριζα για το πλήθος των γυναικών με τις οποίες τον μοιραζόμουν, για την άρρωστη εμμονή με την εξωτερική του εμφάνιση και την φυσική αλλοίωση της με τον χρόνο που σιγά-σιγά την μετέδωσε και σε εμένα ως ένα βαθμό. Ξεκαθαρίζω την θέση μου. Μια γυναίκα που φτάνει να αγαπάει τόσο έναν άντρα ώστε να αδιαφορεί για το ότι τον μοιράζεται δεν πτοείται από την φυσική φθορά που θα επιφέρει ο χρόνος στο παρουσιαστικό του. Αν έφτασα να μοιράζομαι αυτή του την εμμονή ήταν για να δώσω τροφή στην δική μου που ήταν να τον βλέπω ευτυχισμένο. Δεν είχα άλλο τρόπο να είμαι ευτυχισμένη και εγώ αφού πριν προλάβω καν να το αντιληφθώ η ευτυχία μου είχε γίνει πλήρως εξαρτημένη από την δική του. Η αγάπη μου γι αυτόν είχε προ πολλού μετατραπεί σε εξάρτηση. Πλέον τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να με πείσει ότι υπήρχε ζωή για μένα μακριά από τον Άλεν. Έτσι παραδόθηκα απόλυτα σ’ αυτόν και στον τρόπο ζωής που χωρίς να με ρωτήσει μου επέβαλε. Οι ανάγκες του έγιναν ανάγκες μου .Τα θέλω του δικά μου και τα αληθινά δικά μου χάθηκαν στα πιο μύχια δαιδαλώδη μονοπάτια του μυαλού μου.
  Ζούσα μέσα από αυτόν η εξάρτηση μου ήταν τόσο μεγάλη που νόμιζα ότι αν κρατούσε την αναπνοή του πρώτα θα πέθαινα εγώ από ασφυξία και μετά ο ίδιος. Αυτή μου η εμμονή σιγά- σιγά άρχισε να μου στοιχίζει. Το συναισθηματικό κόστος, τότε, ήταν πολύ νωρίς για να το καταλάβω αλλά το υλικό πλέον είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό αφού η δουλειά μου ήταν η μόνη πηγή εισοδήματός μας από την οποία εξασφαλίζαμε τα μέσα διαβίωσής μας και τα οποία δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητα. Η εμμονή του Άλεν με την εμφάνιση του μεταφραζόταν σε μια διάθεση τεραστίων ποσών για ενδύματα, καλλυντικά, πρωτότυπες αντιγηραντικές θεραπείες που έφταναν μέχρι και σε επεμβάσεις, χρυσοπληρωμένες, για να καταφέρουν να μείνουν κρυφές από τους δημοσιογράφους. Όσο περνούσαν τα χρόνια τα ποσά που χρειαζόταν για να καλύψει την ανασφάλεια του αυξάνονταν όπως και τα ξεσπάσματα και το κυκλοθυμικό και δύστροπο του χαρακτήρα του. Το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορεί πλέον να καλύψει αυτές του τις ανάγκες με τα δικά του χρήματα αφού οι δουλειές του λόγο των υψηλών απαιτήσεων ( ολόκληρο επιτελείο ανθρώπων που θα φρόντιζε για το άψογο της εμφάνισης του) και των συχνών εκρήξεων του είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Από την άλλη μεριά και οι δικές μου οικονομικές δυνατότητες είχαν μειωθεί σημαντικά καθώς διεκδικούσε το ταλέντο μου κατ αποκλειστικότητα. Εκτός του ίδιου στην ιδέα ότι θα ζωγραφίσω οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο γινόταν έξαλλος. Τους άντρες τους ζήλευε και δεν ήθελε να έρχονται στο σπίτι συχνά. Γυναίκες δεν ήθελε γιατί θεωρούσε ότι θα απομυθοποιούταν στα μάτια τους αν τον έβλεπαν στον προσωπικό του χώρο να ζει και να συμπεριφέρεται ως κοινός θνητός. Έτσι τα έσοδα μου από εκθέσεις με πορτραίτα διάσημων και ιδιόρρυθμων πλουσίων και επιχειρηματιών έπαψαν και ως γνωστόν τα έτοιμα όσα και να είναι έρχεται η στιγμή που τελειώνουν ιδίως όταν προσπαθεί πέραν των δικών σου αναγκών και ενός ατελιέ να καλύψεις και τις ανάγκες ενός ανθρώπου που ξόδευε όλες τις ώρες της μέρας του στο να καταναλώνει μανιωδώς. Πλέον είχαμε περιέλθει σε αληθινά δύσκολη θέση. Χρωστούσαμε τεράστια ποσά γιατί όταν τελείωσαν τα μετρητά ο Άλεν συνέχισε τον πολυδάπανο τρόπο ζωής που είχε συνηθίσει με πιστωτικές κάρτες και δάνεια τα οποία δεν μπήκε ποτέ στην διαδικασία να σκεφτεί ότι θα ήταν αδύνατο να αποπληρωθούν. Όταν πια εξαντλήθηκε και αυτή η πηγή χρημάτων έχασε εντελώς τον έλεγχο τόσο της εμμονής του όσο και του ίδιου του του εαυτού.
  Ξεκίνησε να πίνει και όσο το ποτό άφηνε πιο έκδηλα τα σημάδια στην εμφάνιση του τόσο πιο βίαιος και επιθετικός γινόταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με είχε χτυπήσει για να με αγκαλιάσει λίγο αργότερα μετανιωμένος υποσχόμενος ότι δεν πρόκειται να ξανασυμβεί μόνο που πλέον οι υποσχέσεις του δεν κρατούσαν παρά λίγες μέρες καμιά φορά και ώρες. Δεν πέρασε από το μυαλό μου ούτε για μια στιγμή να τον αφήσω αλλά δεν άντεχα να τον βλέπω να υποφέρει και να καταστρέφεται. Έτσι πήρα την μεγάλη απόφαση. Θα καταπατούσα τους κανόνες του και θα δεχόμουν την προσφορά ενός ιδιόρρυθμου νεαρού επιχειρηματία που ήθελε να ζωγραφίσω το γυμνό του πορτραίτο έναντι ενός μεγάλου χρηματικού ποσού. Για κείνον θα το έκανα όχι για μένα. Η προσωπική μου οικονομική και επαγγελματική καταστροφή με άφηνε ασυγκίνητη αλλά δεν άντεχα να βλέπω το δικό του μαρτύριο. Την παρούσα χρονική στιγμή φάνταζε ως μοναδική λύση. Αυτό που επακολούθησε δεν θα μπορούσε να το φανταστεί ούτε ο πιο νοσηρός νους.
  Ήμουν υποχρεωμένη να δουλέψω στο ατελιέ καθώς ο νεαρός ήθελε ο πίνακας να γίνει κρυφά από την σύντροφο του, με την οποία συζούσε, αφού σκόπευε να τον χρησιμοποιήσει για την ιδιαίτερη πρόταση γάμου που είχε αποφασίσει να της κάνει. Με την προκαταβολή που πήρα έκλεισα ραντεβού σε ένα ινστιτούτο περιποίησης στον Άλεν ώστε να νιώσει καλύτερα και να μην είναι παρόν στο ατελιέ όσο θα έκανα την δουλειά μου. Δεν είχα τολμήσει να τον ενημερώσω για την απόφαση μου. Ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν ανένδοτος και άλλη λύση δεν υπήρχε. Μας είχαν πνίξει τα χρέη. Δεν ξέρω τι τον έκανε να γυρίσει νωρίτερα. Όταν άκουσα το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα το αίμα μου πάγωσε.

  Στην θέα του νεαρού γυμνού άντρα με το αλαβάστρινο κορμί ο Άλεν έμεινε εμβρόντητος. Άδικα προσπάθησα να του εξηγήσω. Μέσα σε μια στιγμή αγρίεψε και έπεσε πάνω στον νεαρό σαν μανιασμένο θηρίο. Τον γρονθοκοπούσε αλύπητα και ήταν τόση η ορμή του που σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό κατέστησε το θύμα του ανήμπορο να αντιδράσει. Πιστεύοντας πως η αντίδραση του οφειλόταν σε έκρηξη ζήλιας ο άτυχος νέος προσπαθούσε μάταια να εξηγήσει ότι απλά τον ζωγράφιζα και δεν υπήρχε τίποτα ερωτικό μεταξύ μας. Άδικος κόπος και το ήξερα. Θα προτιμούσε να είχα κάνει σεξ μαζί του, μπορώ να πω, γεγονός το οποίο θα τον άφηνε περισσότερο αδιάφορο, παρά αυτό που έκανα. Για εκείνον αποτελούσε την ύψιστη προδοσία. Ο παραμορφωμένος πλέον άτυχος νέος είχε λιποθυμήσει αλλά δεν νομίζω πως ο Άλεν το είχε αντιληφθεί αφού συνέχιζε να τον γρονθοκοπεί με την ίδια μανία. Όταν πια καταλάγιασε ο θυμός του ήταν ήδη πολύ αργά. Ο άτυχος νέος δεν ανέπνεε. Τότε πλέον κατάλαβε τι είχε κάνει ήταν όμως πια αργά. Όπως και τις φορές που με χτυπούσε έγινε ένα κουβάρι στην αγκαλιά μου και άρχισε να κλαίει σαν μωρό παιδί. Τα αναφιλητά του συντάραζαν ολόκληρο το κορμί του από πάνω έως κάτω. Δεν το ήθελε. Δεν κατάλαβε πως έγινε. Και δε θα άντεχε την φυλακή. Εκλιπαρούσε να τον σώσω. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να τον σώσω και να σωθώ και εγώ γιατί χωρίς τον Άλεν η ύπαρξη μου θα έχανε κάθε νόημα.
  Σκέπασα το άψυχο πτώμα του νεαρού με σεντόνια γιατί η θέα του από μόνη της μας προκαλούσε πανικό. Τα κοκαλωμένα γεμάτα απορία μάτια του, χαμένα μέσα στο παραμορφωμένο πρόσωπο του ,μας κάρφωναν σαν χίλια στιλέτα. Έπειτα είπα στον Άλεν να κάνει ένα μπάνιο και να ετοιμαστεί για επίσημη έξοδο. Τον παρακάλεσα να γίνει ομορφότερος από κάθε άλλη φορά. Με κοίταξε με απορία μα τον καθησύχασα λέγοντας του απλά να με εμπιστευτεί. Όσο εκείνος φρόντιζε την εμφάνιση του ετοίμασα τα πινέλα και τον καμβά μου και του έβαλα ένα ποτό με αρκετή δόση ηρεμιστικού. Ήταν απαραίτητο να κοιμηθεί. Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο μου φάνηκε ομορφότερος από κάθε άλλη φορά. Του έδωσα το ποτό και του ζήτησα να το πιεί στο κρεβάτι. Με υπάκουσε τυφλά χωρίς να με ρωτήσει το γιατί. Πιστεύω πως εκείνη τη στιγμή θα υπάκουε πειθήνια σε οτιδήποτε και αν του έλεγα. Έτσι ήταν πάντα όταν παραδιδόταν στις τύψεις μετά από μία μεγάλη έκρηξη θυμού μονάχα που αυτή η τελευταία δεν είχε στοιχήσει μόνο λίγες μελανιές η ένα σπασμένο άκρο ,όπως γινόταν πυκνά συχνά με εμένα, αλλά την ζωή ενός αθώου.
  Μέσα σε λίγα λεπτά είχε αποκοιμηθεί και τότε ξεκίνησα να τον ζωγραφίσω. Έτσι όπως ήταν ήρεμος γαλήνιος με τα μάτια κλειστά φάνταζε πιο όμορφος από ποτέ. Ένας αληθινός άγγελος. Ο δικός μου σκοτεινός άγγελος που είχε χάσει τον δρόμο του. Έτσι του άξιζε να είναι πάντα. Ήρεμος όμορφος και γαλήνιος. Δεν άξιζε σε ένα τέτοιο πλάσμα ο πόνος ,η απόγνωση, η μιζέρια και η φθορά που τον οδήγησαν στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής του μετατρέποντας τον άγγελο σε δαίμονα. Τελειώνοντας θαύμασα για ακόμη μια φορά το έργο μου. Ο ομορφότερος πίνακας που είχα ζωγραφίσει ποτέ αφού σε αυτόν συναντιόντουσαν η απόλυτη ομορφιά του Άλεξ και η απόλυτη αγάπη μου για εκείνον. Παρά την παρακμή μου με αυτόν τον πίνακα ήταν βέβαιο πως η αξία μου θα αναγνωριζόταν. Κανένας άλλος δεν είχε φτιάξει ούτε νομίζω ότι θα μπορούσε να φτιάξει κάτι ανάλογο γιατί για να αποτυπώσεις όλα αυτά τα ακραία συναισθήματα πρέπει πρώτα να τα έχεις βιώσει και να τα έχεις αντέξει.
Σφάλισα πόρτες και παράθυρα ακόμα και τις χαραμάδες με πανιά. Άνοιξα την φιάλη του γκαζιού και ξάπλωσα δίπλα του. Λίγο πριν έγραψα αυτές τις αράδες στο ημερολόγιο του. Δεν ήθελα η κοινή γνώμη να σχηματίσει εσφαλμένες εντυπώσεις όπως ότι ο άτυχος νέος ήταν εραστής μου και αυτό ώθησε τον Άλεν στο διπλό έγκλημα και την αυτοκτονία. Ήμουν σίγουρη ότι αν δεν έγραφα αυτές τις γραμμές οι περισσότεροι αυτό θα πίστευαν. Βλέπεις οι άνθρωποι με περιορισμένα και χαλιναγωγημένα συναισθήματα έχουν και ανάλογο τρόπο σκέψης. Πρέπει να σπάσεις τα όρια του συναισθήματος και της λογικής για να μπορέσεις να καταλάβεις την ιστορία την δική μου και του Άλεν ακόμα και τώρα που προσπάθησα να την εξηγήσω με όσο το δυνατόν πιο απλοϊκό τρόπο. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Άλλη σωτηρία. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να υποστεί το μαρτύριο της φυλακής και της φθοράς. Ήταν σίγουρο πως θα έχανε για πάντα την ψυχή του και με τον καιρό θα έσβηνε από την μνήμη του κόσμου.
  Η ιστορία μας όμως και το πορτραίτο του, αυτό που θα με καταξιώσει μετά, τον κατά τα άλλα αδιάφορο θάνατο μου, θα τον κρατήσει ζωντανό αιώνια στις μνήμες του κόσμου με την όμορφη αναλλοίωτη εικόνα που χε σήμερα. Όσο για μένα καιρό τώρα είχα πειστεί ότι ο μόνος λόγος που γεννήθηκα και περπάτησα σε αυτή την γη ήταν αυτός ο άνθρωπος. Πως θα μπορούσα λοιπόν να τον αφήσω τώρα μόνο στο μεγάλο του ταξίδι. Ίσως κάποιοι όταν βρουν τα άψυχα κορμιά μας και διαβάσουν αυτές τις αράδες να με χαρακτηρίσουν ψυχοπαθή. Ίσως το ίδιο να σκεφτούν και για τον Άλεν. Ίσως η απόλυτη αγάπη τελικά να είναι μια μεγάλη ψύχωση δεν ξέρω. Δεν μπορώ να γράψω άλλο πρέπει να πάω κοντά του με χρειάζεται και τον χρειάζομαι. Τελικά βρήκα τον τρόπο να είμαστε μαζί και ευτυχισμένοι. Τώρα πάντα και για πάντα.

  Λίγες μέρες μετά λόγω της έντονης δυσοσμίας που αναδυόταν από το ατελιέ οι γείτονες ειδοποίησαν την αστυνομία. Η Αλίσια είχε δίκιο η κοινή γνώμη θεώρησε πως είχε να κάνει με ένα ζευγάρι ψυχοπαθών. Η ιστορία τους συζητήθηκε πολύ αφού προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στην κοινή γνώμη αλλά και στην οικογένεια του αδικοχαμένου νεαρού επιχειρηματία αλλά δυστυχώς για την Αλίσια και τον Άλεν σύντομα ξεχάστηκε. Ο πίνακας έγινε γνωστός μονάχα για ένα μικρό διάστημα ως πειστήριο της τραγωδίας αλλά κανένας δεν θέλησε να εκθέσει η να αγοράσει ένα έργο που συνδεόταν με ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα. Τόσο ο Άλεν όσο και η ιστορία τους σύντομα ξεχάστηκε γιατί οι άνθρωποι συνηθίζουν να απωθούν από την μνήμη τους τα αρνητικά γεγονότα. Η αρρωστημένη αγάπη της Αλίσιας για τον Άλεν χαρακτηρίστηκε, όπως σωστά είχε μαντέψει, ψύχωση και πέραν των εγκληματολόγων και των ψυχιάτρων έπειτα από ένα διάστημα έπαψε να ενδιαφέρει οποιονδήποτε άλλο και ξεχάστηκε. Καθώς δεν υπήρχαν στενοί συγγενείς τόσο το ατελιέ όσο και ότι είχε απομείνει από τις περιουσίες και των δύο πέρασε στα χέρια του δημοσίου και κάπως έτσι λίγα χρόνια μετά η ιστορία τους ήταν σαν να μην συνέβη ποτέ.
Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου
Ηθοποιοί: Στράτος Τζώρτζογλου, Ναταλια Σολεντατ Πετσαλη
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Φωτογράφηση: Ivalina Dakova
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης
Το μακιγιάζ των ηθοποιών είναι μια ευγενής χορηγία των ΙΕΚ ΑΚΜΗ






Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου