https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΙΧΝΗ: Ανδρικό φιλότιμο της Τζένης Κοσμίδου https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ανδρικό φιλότιμο της Τζένης Κοσμίδου




                                                             Ανδρικό φιλότιμο


 Στο μυαλό κάποιου μπορεί να φαντάζει αστείο, όμως την μεγαλύτερη ελευθερία την γνώρισα πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Εδώ κλεισμένος, απαλλαγμένος από κάθε ευθύνη και εμμονή, ένιωσα να ξαναγεννιέμαι. Δεν θυμάμαι που διάβασα πως τα μεγαλύτερα δεσμά είναι αυτά που κουβαλάμε μέσα μας.
  Βλέπεις εδώ ξεκίνησα και να διαβάζω. Όσο ήμουν έξω δεν είχε περάσει ούτε στιγμή από το μυαλό μου να κάνω κάτι τέτοιο. Το θεωρούσα ανoύσιο. Χάσιμο χρόνου και εγώ δεν είχα χρόνο για χάσιμο. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα κάτι να φέρω σε πέρας και έπειτα έπρεπε να το υπερασπιστώ.
  Πρώτα έπρεπε να γίνω αυτό που ο πατέρας μου έλεγε: σωστός άντρας. Ωμή σκληράδα συνδυασμένη πάντα όμως με μπέσα και φιλότιμο. Πάνω από όλα η αξιοπρέπεια. Αξία που στο βωμό της αν χρειαστεί έπρεπε να θυσιάσω και την ζωή μου την ίδια ή την ζωή όποιου τολμήσει να την κηλιδώσει.
  Έπειτα αφού έμαθα πως πρέπει να είναι ο σωστός, σκληρός άντρας, έμαθα πως δεν είχα χρόνο, για όσα οι υπόλοιποι συνομήλικοι μου θεωρούσαν αυτονόητα. Σχολείο, παιχνίδι, χρειάστηκε να τα ξεχάσω πριν ακόμα προλάβω να τα συνηθίσω. Έπρεπε να βρω τρόπο να κερδίσω το ψωμί μου, να συντηρήσω το σπίτι, τη μάνα και την μικρή μου αδελφή.
  Βλέπεις ο πατέρας μου σε έναν καυγά για την υπεράσπιση του αντρικού του φιλότιμου, βρέθηκε πεταμένος σε ένα σοκάκι με δεκάξι μαχαιριές. Από τότε θέλοντας και μη έγινα εγώ ο άντρας του σπιτιού και ας μην είχα κλείσει ούτε τα δέκα.
  Η μάνα πέθανε λίγα χρόνια αργότερα. Θες από την στεναχώρια, γιατί τον λάτρευε τον πατέρα μου, παρά τις παραξενιές του, θες από την κακουχία γιατί τα λεφτά που έβγαζα ίσα που έφταναν για τα απαραίτητα και όταν λέω απαραίτητα μη φανταστείς. Η θέρμανση ή ένα καινούργιο πανωφόρι ήταν πολυτέλεια για μας.



  Κάπως έτσι έμεινα μόνος με την αδελφή μου και έπαψα θέλοντας και μη να  είμαι ο μεγάλος αδελφός. Έγινα μάνα και πατέρας μαζί. Είχα δώσει άλλωστε το λόγο μου στη μάνα, την ώρα που βασανιζόταν να παραδώσει την ταλαιπωρημένη της ψυχή. Της υποσχέθηκα πως όσο ζούσα και ανέπνεα η Ζωίτσα δεν θα γνώριζε ούτε μια πίκρα  στην ζωή της. Τι σόι άντρας θα ήμουν αν δεν κράταγα τον λόγο μου. Θα έτριζαν τα κόκαλα του πατέρα και η μάνα δεν θα έβρισκε ησυχία στο πλευρό του.
  Έσφιξα λοιπόν τα δόντια ακόμα πιο δυνατά. Ό,τι δουλειά μου βρισκόταν την έκανα. Κάποια στιγμή έμπλεξα ακόμα και με τη νύχτα και τις παρανομίες. Καμιά  δουλειά βλέπεις, όσο βρώμικη και να ήταν, δεν φάνταζε μεγαλύτερη ντροπή στα μάτια μου από την αθέτηση του λόγου μου.
  Ακόμα και τότε όμως χωμένος στη  νύχτα μέχρι τον λαιμό δεν ξέχασα ούτε λεπτό τα λόγια του πατέρα. Φώναξα, τσακώθηκα εκβίασα, πούλησα μπραβιλίκι. Ποτέ όμως δεν άπλωσα το χέρι μου να σκοτώσω ή να κλέψω. Ποτέ, ούτε στις πιο δύσκολες στιγμές, δεν μου πέρασε από το μυαλό να εκμεταλλευτώ γυναίκα. Δεν θα μου ήταν δύσκολο αν ήθελα. Για κάποιο λόγο, οι γυναίκες της πιάτσας έκαναν σαν τρελές για μένα. Εγώ όμως με τόσα στο κεφάλι μου δεν είχα καιρό για έρωτες και τον αγαπητικό δεν μου πήγαινε να τον κάνω.
  Οι άντρες, οι ωραίοι, οι σωστοί δεν καταδέχονται να πάρουν λεφτά από γυναίκα και το χουν σε ντροπή να απλώσουν χέρι πάνω της. Έτσι απείχα από τις πόρνες, πέρα από κάποια μοναχικά βράδια που πήγαινα σαν τον κλέφτη, ίσα να πάρω αυτό που είχε ανάγκη το κορμί μου και μετά μακριά.   



  Ποτέ δεν πήγαινα πάνω από μία φορά με την ίδια γυναίκα, δεν ήθελα μπλεξίματα. Δεν ήμουν και σε θέση να νιώσω τίποτα για καμιά. Αν νιώσεις πρέπει και να δώσεις. Αισθήματα, χρόνο, κομμάτια από την ζωή και τον εαυτό σου τον ίδιο και εγώ δεν είχα αυτή την πολυτέλεια. Έτσι η Ζωή έγινε το κέντρο της δικής μου  ανίερης ζωής.
  Τα χρόνια κύλησαν σαν το νερό. Όταν είσαι μονίμως απασχολημένος με την μάχη της ζωής, ο χρόνος τρέχει τόσο γρήγορα, που είναι φύσει  αδύνατο να τον προλάβεις. Ο χαριτωμένος, μαγκάκος
νεαρός, έγινε δύστροπος άντρας, με γκρίζους κροτάφους και το μικρό κοριτσάκι μια πανέμορφη γυναίκα που στο πέρασμά της έκανε τους άντρες να παραμιλάνε. Αυτό ήταν που με τρέλαινε! Δεν άντεχα τα βρώμικα βλέμματά τους πάνω της.
  Οι χυδαίες σκέψεις τους ήταν τόσο φανερές που δημιουργούσαν εικόνες στο μυαλό μου. Εικόνες που έκαναν το αίμα μου να βράζει και τα χέρια μου να τρέμουν. Εκείνη γελούσε. Συνέχεια γελούσε και με έλεγε υπερβολικό. Ήταν τόσο αθώα, τόσο απονήρευτη που ούτε της περνούσε από το μυαλό, πόση βρομιά κρυβόταν κάτω από αυτές τις τάχα γεμάτες θαυμασμό ματιές. Τη σκοτεινή πλευρά των αντρών και του κόσμου ολάκερου δεν μπορούσε καν να την υποψιαστεί.  Η ευθύνη βέβαια ήταν καθαρά δική μου.
  Όταν μεγαλώνεις έναν άνθρωπο κλεισμένο σε μια γυάλα, που αφήνει έξω όλη την κακία του κόσμου και τη σκληρότητα της ζωής δημιουργείς μια μισερή προσωπικότητα, καταδικασμένη να έχει ανάγκη πάντα από έναν προστάτη για να επιβιώσει. Πλέον λοιπόν δεν ήταν μονάχα η υποχρέωση, απέναντι σε εκείνη την παιδική υπόσχεση, που με έκανε να στέκω ακοίμητος φρουρός δίπλα της. Το  βάρος της ευθύνης για το ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, πόσο μάλλον να αντιμετωπίσει, τους κινδύνους και την κακία του κόσμου έπεφτε στις δικές μου πλάτες.
  Μάταια προσπαθούσα να της τα εξηγήσω όλα αυτά. Εκείνη πάντα γελούσε με ένα γέλιο αλλιώτικο που θύμιζε κελάηδισμα καναρινιού, που ανυπομονεί να το σκάσει από το κλουβί, έχοντας την αυταπάτη πως θα φτερουγίσει ανέμελα στον ορίζοντα, θα γνωρίσει άλλα πουλιά που θα το αγαπήσουν όπως ο προστάτης του και όποτε θέλει θα μπορεί να επιστρέφει στο σπίτι του. Βλέπεις κανένα καναρίνι δεν ξέρει ότι έξω από την ασφάλεια του κλουβιού το περιμένουν άγρια πουλιά, έτοιμα να το κομματιάσουν χωρίς δεύτερη σκέψη για να ικανοποιήσουν  την πείνα τους.



  Έτσι και η Ζωή. Είχα φτάσει πλέον σε απόγνωση. Έβλεπα το κακό να έρχεται και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να το σταματήσω. Ως πότε θα απέτρεπα την δύναμη της φύσης. Βέβαια θα μου πεις τυχερά είναι αυτά. Μπορεί και να γνώριζε ένα καλό και τίμιο παλικάρι που θα την αγαπούσε και θα την σεβόταν. Αυτό ήταν όμως το θέμα μου. Δεν μπορούσα να αφήσω τίποτα που αφορούσε την ζωή της στην τύχη.
   «Όταν φοβάσαι κάτι πολύ είναι σαν να προκαλείς την ζωή να σου το δώσει» έτσι έλεγε σε ένα βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου μια μέρα στην βιβλιοθήκη της φυλακής. Ε λοιπόν, δεν μπορεί να βάλει ανθρώπου νους ,πόσο σημαντικές κουβέντες μπορεί να κρύβει ένα βιβλίο στις σελίδες του. Αν το ήξερα νωρίτερα, θα διάβαζα από μικρό παιδί και ίσως τα πράγματα να μην είχαν φτάσει εδώ που έφτασαν. Ίσως οι ζωές όλων μας να ήταν καλύτερες.
  Ήρθε λοιπόν η μέρα που βρέθηκα αντιμέτωπος με τον μεγάλο μου φόβο. Η Ζωή μου ανακοίνωσε ότι ήταν ερωτευμένη. Ασυνείδητα το πρόσωπο μου συννέφιασε. Ήξερα ότι κάποτε θα γινόταν, ότι δεν μπορούσα να το αποφεύγω για πάντα αλλά ήλπιζα η στιγμή να αργούσε πολύ. Βλέποντας το σκοτεινιασμένο μου πρόσωπο τρύπωσε στην αγκαλιά μου σαν μωρό παιδί. Με καθησύχασε λέγοντάς μου πως ο Γιώργος, έτσι έλεγαν τον λεγάμενο, ήταν καλό παιδί και δεν υπήρχε λόγος να ανησυχώ.
  Χιλιάδες ερωτήσεις βομβάρδιζαν το μυαλό μου. Που τον είχε γνωρίσει; Πως κατάφερε να κάνει σχέση μαζί του χωρίς εγώ με τον τόσο, τρυφερό μεν, αλλά πολύ ασφυκτικό κλοιό μου δεν κατάλαβα τίποτα; Την είχε σεβαστεί; Αν τολμούσε να την πληγώσει θα…



  Η ήρεμη φωνή της σαν να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου βιάστηκε να με καθησυχάσει. Ήταν πολύ καλό παιδί, την είχε σεβαστεί, της φερόταν με τον καλύτερο τρόπο και είχε σοβαρό σκοπό γι’ αυτό και ήθελε να με γνωρίσει.   
   Μωρέ εδώ που είχαν φτάσει τα πράγματα, θα με γνώριζε ήθελε δεν ήθελε. Μακάρι γι’ αυτόν να μη χρειαζόταν να με γνωρίσει και από την ανάποδη.
  Ήρθε σπίτι μας το ίδιο βράδυ με μια τεράστια ανθοδέσμη που έκρυβε το πρόσωπο του. Άσχημα αρχίσαμε σκέφτηκα. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι άνθρωποι που έκαναν τσιριμόνιες. Όταν κατέβασε τα λουλούδια και τον είδα τα δόντια μου σφίχτηκαν ασυνήθιστα. Κοιτούσε οπουδήποτε αλλού παρά στα μάτια. Ο άντρας ο σωστός, ο καθαρός, κοιτάζει ίσια στα μάτια και η χειραψία του είναι δυνατή και αντρική. Αυτουνού το χέρι ήταν χλιαρό σαν παράλυτο.
  Όταν πια σήκωσε τα μάτια βεβαιώθηκα ότι η αδελφή μου ήταν μακριά νυχτωμένη. Τόσα χρόνια στην νύχτα έμαθα να ξεχωρίζω τους ανθρώπους από το βλέμμα. Αυτός, όσο και να χαμογελούσε, το χαμόγελο δεν έφτανε στα μάτια του. Το βλέμμα του παρέμενε σκοτεινό. Είχα υποσχεθεί στην μικρή να είμαι ευγενικός και ψύχραιμος, μα όσο τον έβλεπα να προσπαθεί να παραστήσει το καλό πλην τίμιο παιδί σταδιακά έχανα την αυτοσυγκράτησή μου. Σε αυτό βέβαια ίσως και να συνέβαλε το ποτό αφού στην προσπάθειά μου να συγκρατηθώ κατέβαζα το ένα ουίσκι πίσω από το άλλο. Από ένα σημείο και μετά δεν άκουγα καν τι έλεγε. Έβλεπα μόνο μπρος μου, μια καρικατούρα που προσπαθούσε να παραστήσει τον άγιο, με μόνο σκοπό να βλάψει ότι αγαπούσα περισσότερο. Δεν άργησε να έρθει η στιγμή που τον άρπαξα από τον λαιμό να τον πετάξω έξω από το σπίτι μου.  
  Τα κλάματα και οι εκκλήσεις της Ζωής έφταναν σαν από άλλο κόσμο τα αυτιά μου. Όσο τον έβλεπα να μην υπολογίζει την οργή μου και να επιμένει στις θέσεις του, τόσο ο αυτοέλεγχος μου χανόταν. Δεν κατάλαβα πότε άρχισα να τον χτυπάω, είχα θολώσει. Τα χέρια μου ανεβοκατέβαιναν μηχανικά. Η παρουσία της Ζωής στάθηκε μόνο ικανή να με συνεφέρει.   
  Μπήκε στη μέση να μας χωρίσει και τα χέρια της, σφιγμένα σε γροθιές ,ανεβοκατέβαιναν στο στήθος μου, ενώ από τα χείλη της ξεπηδούσαν άναρθρες κραυγές χωρίς νόημα. Μπροστά σε αυτό το θέαμα, τα χείλη του τραβήχτηκαν σε ένα ειρωνικό χαμόγελο, γεγονός που πυροδότησε ένα νέο ξέσπασμα οργής από μεριάς μου. Ευτυχώς και για τους δύο μας πρόλαβε να φύγει. Σαν μέσα από όνειρο, άκουγα την Ζωή να μου φωνάζει, πως δεν θα με συγχωρέσει ποτέ, λίγο πριν κλειστεί στο δωμάτιο της, βροντώντας την πόρτα πίσω της.



 Η συμπεριφορά της με πόνεσε. Να φερθεί έτσι σε μένα, που την έβλεπα σαν κάτι ενδιάμεσο σε πριγκίπισσα και την Παναγιά? Σύντομα όμως το ξέχασα. Ήταν ένα αθώο πλάσμα. Ποιος ξέρει με τι ψέματα την είχε φλομώσει αυτός ο αλήτης. Την είχε κάνει να πιστεύει πως ήταν ο πρίγκιπας του παραμυθιού, που θα της χάριζε αγάπες, λουλούδια και μωρά και εγώ φάνηκα το τέρας που της κατέστρεφε το όνειρο. Δεν πειράζει, καλύτερα να με μισούσε λίγο τώρα, παρά να κατέστρεφε την ζωή της με αυτό το απόβρασμα. Με τέτοιες σκέψεις, βαριά καρδιά και πολύ οινόπνευμα στον οργανισμό μου έπεσα για ύπνο.
  Ένα έντονο φως με έβγαλε από έναν ύπνο βαθύ, χωρίς όνειρα. Πρέπει να ήταν περασμένη η ώρα, ίσως και να είχε μεσημεριάσει. Το παράκανα με το ποτό χθες, γι’ αυτό έπεσα σαν βαρίδι. Στο σπίτι επικρατούσε μια παράξενη ησυχία. Ούτε ήχοι από κατσαρόλια, ούτε η μυρωδιά του φαγητού που άλλοτε τέτοια ώρα κόντευε να γίνει. Έκανα να σηκωθώ μα ένα έντονο σφίξιμο στο στήθος με δυσκόλεψε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Πετάχτηκα γρήγορα πάνω. Η κουζίνα άδεια, το δωμάτιο της άδειο, με μια ντουλάπα ανοιχτή, να χάσκει άδεια και αυτή σαν το χείλος της αβύσσου.
  Όχι δεν μπορεί να είχε φύγει. Άρχισα να ψάχνω το σπίτι σαν μανιασμένος. Λες και υπήρχε περίπτωση να την βρω, κρυμμένη πίσω από κανένα έπιπλο, όπως έκανε παιδί για να με τρομάξει. Τέλος βρήκα το γράμμα. Εκείνο το καταραμένο γράμμα που έδωσε σάρκα και οστά στις μεγαλύτερες μου φοβίες. Λίγες λέξεις μουτζουρωμένες. Πρέπει να έκλαιγε όταν τις έγραφε.
« Στάθηκες για μένα πατέρας, μάνα και αδελφός. Σ’ αγαπάω πάρα πολύ και σε ευχαριστώ για όλα, αλλά αυτός είναι ο άντρας που θέλω να περάσω μαζί του, την υπόλοιπη ζωή μου. Να κάνω οικογένεια, παιδιά και τότε είμαι σίγουρη πως θα καταλάβεις πως ήταν άδικος και ο φόβος και η συμπεριφορά σου. Θα μου λείψεις πολύ. Να προσέχεις τον εαυτό σου. Ζωή.»



  Σαν ξάφνου να έφυγε όλο το αίμα από το σώμα μου και να μαζεύτηκε στα μηνίγγια μου που σφυροκοπούσαν σαν τρελά. Ήμουν σίγουρος πως κάπως έτσι θα την είχε παραμυθιάσει, αλλά ότι θα έφτανε στο σημείο να φύγει μαζί του, όχι αυτό δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μου.
  Από εκείνη την μέρα η ζωή μου έγινε εφιάλτης. Έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου, κάθε ενδιαφέρον για οτιδήποτε άλλο. Έψαχνα μονάχα, έψαχνα σαν μανιασμένος να την βρω. Να προλάβω πριν να είναι αργά. Ήμουν σίγουρος πως η πραγματικότητα απείχε πολύ από τα ρομαντικά της όνειρα. Τα είχα δει τα μάτια του και τα μάτια δεν λένε ποτέ ψέματα, δεν κάνουν λάθος.
  Παρότι έκανα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό και κάτι περισσότερο, δεν κατάφερα τίποτα. Λες και είχε ανοίξει η γη και τους είχε καταπιεί. Πήγαινε πάνω από ένας χρόνος πια και δεν είχα το παραμικρό νέο της. Ήμουν σίγουρος, πως κάτι κακό της είχε συμβεί, αλλιώς θα είχε επικοινωνήσει. Θα μου είχε γράψει, έστω δύο λόγια, για να μην τρελαθώ από την αγωνία. Τίποτα. 
  Είχα πια γίνει σκιά του εαυτού μου. Η απουσία της, σε συνδυασμό με την βεβαιότητα, ότι κάτι κακό της είχε συμβεί, με είχε διαλύσει. Κάποτε χρειάστηκε να κατέβω στην Καλαμάτα για μια δουλειά. Το αφεντικό ήθελε να αγοράσει ένα στριπτιτζάδικο και ήθελε να πάω πρώτος εγώ, τάχα σαν πελάτης να δω τι γίνεται.
  Το στριπτιτζάδικο βέβαια ήταν βιτρίνα. Από πίσω κρυβόταν ολόκληρος οίκος ανοχής. Αυτό κυρίως ήθελε να τσεκάρω. Τι κόσμο έχει, τι δυναμική και πάνω από όλα με τι γυναίκες δούλευε. Είχε βλέπεις μια αρχή. Παρότι ήταν και προαγωγός, δε δούλευε ποτέ με ανήλικες και ξένες, που είχαν έρθει παράνομα στη χώρα. Τώρα θες επειδή ακόμα και αυτός είχε τις αρχές του, θες επειδή φοβόταν τα μπλεξίματα, πάντως ήταν νόμος απαράβατος.
  Πήγα με μισή καρδιά μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούσα να αρνηθώ. Έπρεπε να συντηρήσω τον εαυτό μου και να έχω λεφτά για τον ντέντεκτιβ που είχα προσλάβει μπας και καταφέρει ότι δεν κατάφερα εγώ. Στο κάτω- κάτω ήταν εύκολη δουλειά. Θα παρίστανα τον αντιπρόσωπο που πήγε επαγγελματικό ταξίδι για κάνα δύο μέρες και ήθελε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία. Να πιει τα ποτά του και να διασκεδάσει με μερικά εύκολα θηλυκά τώρα που βρισκόταν μακριά από την γυναίκα του.



  Όταν κυκλοφορείς πολλά χρόνια σε τέτοια μέρη, αρχίζουν να σου μοιάζουν όλα ίδια, όπου και να είναι αυτά. Έκατσα, ήπια τα ποτά μου, είδα αδιάφορα το πρόγραμμα, πασπάτεψα και κάνα δυό χορεύτριες ίσα να δείξω ότι ενδιαφέρομαι, για να κάνω επαφή για τα περαιτέρω. Με έστειλαν σε ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας εκεί κοντά.
  Έβαλα ένα ποτό ακόμα, παρότι είχα ζαλιστεί, ετοιμάστηκα και περίμενα. Σε λίγο η πόρτα χτύπησε συνθηματικά. Άνοιξα και μπροστά μου είδα μια γυναίκα, όμοια με τις περισσότερες που είχα γνωρίσει σε τέτοια ξενοδοχεία. Πρόστυχη και προκλητική. Βαμμένη σαν ινδιάνος και με ένα πατσουλί που με ζάλιζε περισσότερο από το ποτό. Άρχισε να με προκαλεί.
    Μου έλεγε πως ήθελε να της κάνω ό,τι πιο πρόστυχο, ό,τι πιο αρρωστημένο, μου περνούσε από το μυαλό. Δεν ξέρω αν έφταιγε το ποτό, ο πόνος και η απογοήτευση που βίωνα τόσο καιρό ή η ωμή προστυχιά της. Συνήθως σεβόμουν τις γυναίκες του είδους της. Πήγαινα σε αυτές για την ανάγκη μου και φρόντιζα να την εκπληρώνω, χωρίς να τις παιδεύω ιδιαίτερα. Με αυτήν όμως μου βγήκε μια πρωτόγνωρη σκληρότητα, σχεδόν μίσος. Βάλθηκα λοιπόν να πραγματοποιήσω την επιθυμία της. Όταν τελείωσα μαζί της ήταν ράκος.
  Θέλοντας να της θίξω την περηφάνια της πόρνης, αλλά και να εξακριβώσω αυτό που ήθελε το αφεντικό, της έχωσα στο σουτιέν είκοσι χιλιάρικα που θα μπορούσε να κρατήσει κρυφά από τον νταβατζή της και την ρώτησα αν έχει κανένα τρυφερούδι να μου στείλει που θα άντεχε περισσότερο.
  Χαμογέλασε με τόση συμπάθεια, που προς στιγμήν, με έκανε να μετανιώσω για τον βάναυσο τρόπο που της φέρθηκα. Τα λόγια που ακολούθησαν λίγο μετά όμως με εξόργισαν. «Θα το κανονίσω. Βέβαια μπορεί να μην είναι τόσο συνεργάσιμη. Ξέρεις πως είναι τώρα τα μικρά, ιδίως όταν είναι καινούργια στη δουλειά. Κλαίνε, χτυπιούνται. Εσύ όμως μην δώσεις σημασία. Με εκατό χιλιάρικα μπορείς να την κρατήσεις όλο το βράδυ και να της κάνεις ότι γουστάρεις.»
  Κρατήθηκα με βία να μην την χαστουκίσω. Η ψυχή της ήταν πιο βρόμικη από το κορμί της που κυλιόταν με τον οποιονδήποτε. Σφίχτηκα να χαμογελάσω και της είπα να ακουμπήσει την πόρτα, ώστε να μπορέσει η μικρή να μπει χωρίς να χτυπήσει. Έβαλα ένα ποτό ακόμα. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω κάτι μαζί της, αν ήταν ανήλικη, αλλά έπρεπε πρώτα να σιγουρευτώ. Το μάτι μου έκοβε. Θα καταλάβαινα με τη μία, αν ήταν όντως ανήλικη ή αν την πλάσαραν έτσι επειδή μικρόδειχνε σε αρρωστημένους, τάχα, μερακλήδες πελάτες. Πήγα στο μπάνιο για ένα ντουζ. Την ώρα που σκουπιζόμουν άκουσα την πόρτα να τρίζει και να κλείνει σιγά. Τύλιξα μια πετσέτα στην μέση μου και βγήκα. Το θέαμα που είδα έκανε το αίμα στις φλέβες μου να παγώσει.



  Η Ζωή. Η δική μου Ζωή ντυμένη και βαμμένη πόρνη. Έρμαιο στα χέρια του κάθε ανώμαλου για εκατό χιλιάρικα. Πάγωσε και εκείνη. Έμεινε στην θέση να με κοιτάει σαν άγαλμα, με κάτι κόρες σαν πιατάκια του καφέ, από την πρέζα που την είχαν ποτίσει, για να αντέξει τον πελάτη, δίχως πολλές διαμαρτυρίες. Για λίγη ώρα κανένας από τους δύο μας δεν έκανε την παραμικρή κίνηση, λες και ο χρόνος είχε παγώσει. Τίποτα δεν κινιόταν σε εκείνο το άθλιο δωμάτιο. Τίποτα εκτός από τα δάκρυα που έτρεχαν ποταμός στα μάγουλά της. Τέλος έπεσε στην αγκαλιά μου και ξέσπασε σε λυγμούς.
  Μιλούσε ακατάπαυστα. Μπερδεμένα δίνοντας τροφή στους χειρότερους εφιάλτες μου. Είχα δίκιο σε όλα. Ο Πρίγκιπάς της ήταν ένα τομάρι πολύ χειρότερο από ότι ακόμα και εγώ ο ίδιος μπορούσα να φανταστώ. Όταν έφυγε μαζί του, της είπε ότι τάχα θα την έφερνε στην Καλαμάτα, να την γνωρίσουν οι δικοί του και να ξεκινήσουν της ετοιμασίες του γάμου.
  Μόλις έφτασαν εδώ την κλείδωσε σε ένα υπόγειο. Για πρώτη φορά γνώρισε τον έρωτα, με έναν μερακλή πελάτη, που ακριβοπλήρωνε για να πάει με παρθένες, ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να τις πάρει με το ζόρι. Ακολούθησαν και άλλοι πολλοί. Άλλοι ήπιοι, άλλοι ακόμα πιο αρρωστημένοι. Από ένα σημείο και μετά έχασε τον λογαριασμό και κάθε αίσθηση του χρόνου. Σε αυτό βοηθούσαν και τα ναρκωτικά που την πότιζαν. Σε αυτά δεν πρόβαλε καμία αντίσταση. Την βοηθούσαν να αντέχει.
   Δεν ήθελα να την διακόψω. Είχε τόσο ανάγκη να μιλήσει. Ήταν τόσο καιρό μόνη, με μόνη συντροφιά τον τρόμο, την βρομιά και την ξεφτίλα. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε, την ρώτησα γιατί δεν προσπάθησε να με ειδοποιήσει. Μου είπε πως αυτό ήταν αδύνατο. Την παρακολουθούσαν στενά. Εκτός αυτού ακόμα και να τα κατάφερνε, δεν είχα ιδέα τι ήταν ικανός να κάνει και σε εκείνη και σε εμένα. Παρά την βρομιά στην οποία είχε κυλιστεί, παρέμενε τόσο αθώα. Λες και μπορούσε εκείνο το τομάρι να μου κάνει τίποτα χειρότερο, από ότι ήδη είχε κάνει.
  Της είπα να τον ειδοποιήσει. Να του πει ότι τάχα ο πελάτης είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος και ήθελε να την κρατήσει κοντά του, για τις υπόλοιπες μέρες που θα έμενε και έπρεπε να έρθει, για να τακτοποιήσουν το οικονομικό. Με κοίταξε με δισταγμό. Την παρακάλεσα να μου έχει εμπιστοσύνη. Έκανε ακριβώς ότι της είπα. Έπειτα της ζήτησα να πάει στο μπάνιο, να βγάλει από πάνω της τις μπογιές και
αυτά τα κουρέλια. Δεν άντεχα να την βλέπω έτσι. Της έδωσα να βάλει δικά μου ρούχα. Της είπα να κλειδωθεί μέσα και να μην βγει, παρά όταν θα την φώναζα εγώ. Σε λίγο η πόρτα χτύπησε.



  Του άνοιξα κρυμμένος πίσω της, ίσα να προλάβει να κάνει δύο βήματα, για να του κολλήσω το όπλο με τον σιγαστήρα  στο κεφάλι. Έκλεισα την πόρτα πίσω του και τράβηξα το όπλο του από την ζώνη και το μαχαίρι από την κάλτσα. Τόσα χρόνια στα κόλπα ήξερα καλά τέτοια αποβράσματα. Εκείνος με κοίταζε με τρόμο. Ψέλλιζε κάτι ασυναρτησίες να φερθούμε λογικά, ότι αν ήθελα μπορούσα να πάρω την αδερφή μου και να φύγω, εκείνος δεν θα μας ενοχλούσε ποτέ ξανά. Ήταν σαν όλα αυτά τα ανθρωπάρια. Η μαγκιά του περιοριζόταν σε απροστάτευτες γυναίκες. Τον πυροβόλησα στα πόδια ήθελα να τον δω να γονατίζει. Να παρακαλεί για έλεος, όπως είμαι σίγουρος, ότι θα τον είχε παρακαλέσει και εκείνη και δεκάδες άλλες. Στο μυαλό μου χοροπηδούσαν εικόνες.
   Η Ζωή μωρό, η Ζωή έρμαιο στα χέρια του κάθε ανώμαλου, θόλωσα. Έπεσα πάνω του με λύσσα και άρχισα να τον χτυπάω όπου έβρισκα με γροθιές, κλωτσιές, με το πίσω μέρος του όπλου. Όταν πλέον καταλάγιασε η μανία μου, το κρανίο του είχε διαλυθεί και την θέση του είχε πάρει μια άμορφη μάζα. Τρόμαξα ακόμα και εγώ ο ίδιος, με αυτό που είχα κάνει. Βλέπεις παρά τις βρομοδουλειές, που από τα μικρά μου ήμουν μπλεγμένος, φόνο δεν είχα κάνει ποτέ.
  Η φωνή της από το μπάνιο με έβγαλε από τον λήθαργο. Έπαθε ότι του άξιζε. Αυτός πέθανε μία φορά. Η αδερφή μου πέθαινε καθημερινά σε τέτοια δωμάτια. Τράβηξα τα σκεπάσματα από το κρεβάτι και τα έριξα πάνω του, για να μην αντικρίσει εκείνη το φρικτό θέαμα. Της είπα να ανοίξει. Μόλις με είδε μέσα στα αίματα πάνιασε, Έπειτα κοίταξε πίσω μου και κατάλαβε.
  Μου είπε να μπω στο μπάνιο και να βγάλω τα αίματα από πάνω μου. Η ψυχραιμία της με σόκαρε. Αυτή τη φορά ήταν σειρά μου να υπακούσω. Ξεπλύθηκα και έβαλα καθαρά ρούχα. Την πήρα και φύγαμε. Φτάσαμε νύχτα στην Αθήνα και μπήκαμε στο σπίτι σαν φαντάσματα. Την πήρα μαζί μου στο μπάνιο. Ξήλωσα ένα πλακάκι, αποκαλύπτοντάς  της την κρυψώνα που φύλαγα οικονομίες, που θα έκαναν την ζωή της πιο εύκολη, σε περίπτωση που χρειαζόταν. Δεν ήθελα να μείνει για πάντα μόνη .  
  Μπορεί να μην το έδειχνα, μα και εγώ ήθελα να βρεθεί ένας άνθρωπος σωστός. Να κάνει οικογένεια να… Την πήραν πάλι τα κλάματα. Την έσφιξα στην αγκαλιά μου, μέχρι να ηρεμήσει και της είπα ότι έπρεπε να φύγουμε. Με ακολούθησε πειθήνια. Την πήγα σε μια κλινική αποτοξίνωσης. Λίγο πριν την αφήσω εκεί, της έδωσα ένα βιβλιάριο, με ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που είχα βγάλει από το πλακάκι. Αφού καθάριζε, να έπαιρνε τα χρήματα και να πήγαινε κάπου μακριά. Κάπου που δεν θα την ήξερε κανείς. Να κάνει μια δουλειά δική της και να ξαναφτιάξει την ζωή της από την αρχή. Με κοίταξε με απορία.



  Με ρώτησε τι θα έκανα εγώ. Της είπα το αυτονόητο. Μόλις έφευγα από εκεί, θα πήγαινα να παραδοθώ στην αστυνομία. Έκανε ότι περνούσε από το χέρι της να με μεταπείσει. Μου πε ότι με είχε ανάγκη, ότι η αστυνομία δεν θα με ανακάλυπτε ποτέ, αφού στο ξενοδοχείο, είχα δώσει, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ψεύτικο όνομα. Άλλωστε, πόσο θα έψαχνε η αστυνομία, για ένα τέτοιο κατακάθι. Θα το θεωρούσαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών και η υπόθεση σύντομα θα έκλεινε.
  Της χαμογέλασα. Η υπόθεση, για την αστυνομία ,μπορεί να έκλεινε. Εμένα όμως αν δεν έκανα το σωστό θα με κυνηγούσε πάντα. Ο σωστός άντρας πάντα αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του. Παραδόθηκα. Ο αστυνόμος μου είπε, πως παρότι το έγκλημα ήταν ειδεχθές, ήταν σίγουρος, πως όταν θα ερχόταν η ώρα, το δικαστήριο θα με έκρινε με επιείκεια. Είχα πολλά ελαφρυντικά.
  Έτσι μένω εδώ, για πρώτη φορά στην ζωή μου, ήρεμος και γαλήνιος να περιμένω την επιείκεια του δικαστηρίου, που θα με φέρει πιο κοντά στην Ζωή και τον ανιψιό μου. Ναι πριν λίγες εβδομάδες, η Ζωή μου ανακοίνωσε, ότι όταν της έκαναν τις εξετάσεις στο κέντρο, ανακάλυψαν πως ήταν έγκυος και αποφάσισε να το κρατήσει.



  Το δικαστήριο αναγνώρισε στον Τάσο το ελαφρυντικό της πλήρους συγχύσεως και λαμβάνοντας υπόψη  ότι παραδόθηκε οικειοθελώς, λίγες ώρες μετά το έγκλημα, τον καταδίκασε σε μόλις πέντε χρόνια φυλάκισης με το δικαίωμα μείωσης της ποινής του κατά το ήμισυ στο εφετείο. 
 Η Ζωή αφού ολοκλήρωσε το πρόγραμμα αποτοξίνωσης άλλαξε το επώνυμό της και μετακόμισε σε ένα νησί. Άνοιξε ένα ψιλικατζίδικο, γέννησε και μεγαλώνει ήρεμα το παιδί της. Μαζί περιμένουν την αποφυλάκιση του αδελφού της. Ο ανιψιός του έχει το όνομα του.


Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Σκηνοθεσία - Φωτογράφηση: Αντώνης Μανδράνης
Ηθοποιοί: Γιώργος Γιαννόπουλος
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης





Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου