https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΙΧΝΗ: Ολέθρια Σχέση της Τζένης Κοσμίδου https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Ολέθρια Σχέση της Τζένης Κοσμίδου




                                                       Ολέθρια Σχέση

Οι άνθρωποι είμαστε αληθινά ανόητοι. Φοβόμαστε αυτά που δε θα έπρεπε να μας ανησυχούν και τρέφουμε πλήρη άγνοια για τα αληθινά επικίνδυνα. Οι περισσότεροι ακόμα και αν δε το παραδέχονται φοβούνται πως θα μείνουν μόνοι στη ζωή. Όχι δε πιστεύω πως αυτή η ανασφάλεια που όσο περνούν τα χρόνια μετουσιώνεται σε ένα μεγάλο τρόμο είναι χαρακτηριστικό ιδίωμα του φύλου μου. Απλώς εμείς οι γυναίκες το παραδεχόμαστε πιο εύκολα. Η ίδια η κοινωνία έχει φροντίσει να μας βρει ελαφρυντικά, ορμόνες, στερεότυπα και άλλα τραγελαφικά.
  Για τους άντρες τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Πολλοί λίγοι θα είχαν το θάρρος να παραδεχτούν ανοιχτά ότι τρέμουν τη μοναξιά. Ότι η ανάγκη τους να μη μείνουν μόνοι τους επιτάσσει σπασμωδικές και καμιά φορά εντελώς λάθος επιλογές.
  Ναι δε πιστεύω πως είναι γυναικείο προνόμιο οι λάθος επιλογές που μπορούν από τη μία μέρα στην άλλη να καταστρέψουν ολοσχερώς τη ζωή ενός ανθρώπου. Απλώς ίσως για εκείνους να είναι πιο εύκολο να προφυλαχθούν, τουλάχιστον όσο αφορά τη σωματική τους ακεραιότητα, γιατί ψυχικά είμαστε το ίδιο ευάλωτοι όλοι.
  Κάτι άλλο όμως ήθελα να πω. Το μυαλό μου πλέον είναι τόσο σκόρπιο που με δυσκολία μπορώ να ολοκληρώσω μία σκέψη μου. Ναι είχα μείνει στο λάθος. Φοβόμαστε αυτά που δε πρέπει και τρέφουμε πλήρη άγνοια για τα αληθινά επικίνδυνα. Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από αυτή, την ίδια την αγάπη.
  Ναι καλά ακούσατε. Δεν φταίει η θολούρα που κατά καιρούς βαραίνει τις σκέψεις μου. Αυτό ακριβώς ήθελα να πω. Η αγάπη. Χίλιες φορές πιο επικίνδυνη από τη μοναξιά, τη φτώχια, την προδοσία και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο ανθρώπινος νους σα συνοδευτικό της λέξης φόβος.
  Δεν υπάρχει μεγαλύτερη παγίδα από την αγάπη. Σε υποτάσσει ύπουλα, μαλακά και πριν καν το καταλάβεις βρίσκεσαι παγιδευμένος σαν άγριο θηρίο σε δόκανο. Άπαξ και πιαστείς είσαι ανίσχυρος. Όσο περισσότερο πασχίζεις να απαγκιστρωθείς, όσο πιο σπασμωδικά χτυπιέσαι τόσο περισσότερο ματώνεις και πληγώνεσαι για να μπορέσεις να ξεφύγεις δε ούτε λόγος.
  Έτσι την έπαθα και εγώ όταν νόμισα πως βρήκα τον γαλάζιο πρίγκιπα, που λίγο πολύ όλες ακόμα και αν δε το παραδεχόμαστε περιμένουμε πως κάποτε θα φανεί στη ζωή μας. Θέλουμε δε θέλουμε μεγαλώνουμε με αυτή τη πεποίθηση, την οποία φροντίζουν να περάσουν ύπουλα στο μυαλό μας από τα μικρά μας χρόνια τα ροζ παραμύθια που μας λένε οι μαμάδες και οι γιαγιάδες μας, λες και από κάποια περίεργη μνησικακία θέλουν να πέσουμε και εμείς στην ίδια παγίδα που έπεσαν και εκείνες. Ίσως πάλι να είναι τόσο ρομαντικές που μέσα τους να πιστεύουν ακόμα στο γαλάζιο πρίγκιπα που απλώς εκείνες δεν έτυχε να συναντήσουν.
  Έπειτα έρχονται οι ταινίες, τα βιβλία, όλα γεμάτα με ιστορίες με άντρες δυνατούς που άπαξ και έμπαιναν στη ζωή σου έλυναν με ένα μαγικό τρόπο όλα τα προβλήματα και τίποτα και κανείς δεν ήταν σε θέση να σε πειράξει. 


  Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισα άσκησε πάνω μου μία περίεργη γοητεία. Δεν έμοιαζε με κανέναν από τους άντρες που είχα γνωρίσει ως τότε. Ήταν ευγενής, τρυφερός και περιποιητικός, αλλά είχε και κάτι σκοτεινό στο βλέμμα του που σε τρόμαζε και σε τραβούσε συνάμα.
  Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Δε κατάλαβα πως από την απλή γνωριμία γίναμε εραστές και έπειτα ήρθε στο παππού μου και με ζήτησε. Βλέπεις πατέρα δεν είχα. Δεν τον γνώρισα ποτέ. Παράτησε τη μάνα μου όταν του είπε ότι ήταν έγκυος σε εμένα και δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά.



  Εκείνη δεν άντεξε τη θλίψη. Λίγο μετά αφού με γέννησε έδωσε τέλος στο πόνο της αδιαφορώντας για τη δική μου μοίρα. Βλέπεις οι γυναίκες όταν αγαπήσουμε αληθινά δε βλέπουμε τίποτε άλλο μπροστά μας εκτός από εκείνον που έχει μετατραπεί στη κέντρο της ύπαρξης μας. Αν τώρα αυτός για κάποιο λόγο χαθεί χάνουμε και κάθε ενδιαφέρον για το οτιδήποτε.
  Που είχα μείνει όμως; Ναι στη μέρα που ήρθε στο παππού μου να με ζητήσει. Δε χάρηκε όπως περίμενα. Δεν ήθελε να πει το ναι. Κάτι στα μάτια του είπε,  δεν του άρεσε. Ήταν μάλλον η ίδια σκοτεινιά που εμένα με τραβούσε όπως τραβά η λάμψη της φλόγας τη πεταλούδα. Ήμουν ανένδοτη, έτσι θέλοντας και μη ο καημένος ο παππούς έδωσε τη συγκατάθεση του και έγινε ο αρραβώνας. Με πήρε σπίτι του. Είπε ότι ήταν κουτό να περιμένουμε το γάμο, ο οποίος ήταν θέμα χρόνου για να ζήσουμε μαζί.
  Τότε άρχισα να γνωρίζω και τη δουλειά του από κοντά. Ως τότε είχα μία πολύ αφηρημένη ιδέα για το τι έκανε. Ήξερα μόνο ότι είχε κάποιο καφέ και έπαιρνε και κάποια νοίκια από μερικά ακίνητα. Το καφέ αποδείχθηκε μπαρ και πριν καν το καταλάβω βρέθηκα να δουλεύω άμισθη εκεί. Ποιος ο λόγος να μου δίνει χρήματα άλλωστε αφού ήμασταν οικογένεια και ότι ήταν δικό του ήταν και δικό μου. 


  Τη πρώτη φορά που μου την έπεσε πελάτης έγινα έξαλλη τον χαστούκισα και έφυγα από το μαγαζί. Όταν το έμαθε ήρθε σπίτι να με βρει και μου εξήγησε με τρυφερότητα ότι τέτοιες καταστάσεις θα έπρεπε να τις χειρίζομαι με διπλωματία αφού η επιχείρηση ήταν δική μας και από αυτή περιμέναμε να φτιάξουμε και να ζήσουμε το σπιτικό μας.
  Δεν άργησα να καταλάβω ότι το μαγαζί στο οποίο στήριζα το μέλλον και την ευτυχία μας δεν ήταν απλό μπαρ και οι γυναίκες που δούλευαν σε αυτό παρείχαν και άλλες εξυπηρετήσεις στους πελάτες, αν αυτοί πλήρωναν καλά. Όταν έθιξα το θέμα με καθησύχασε. Μου είπε ότι δεν έπρεπε να με αφορά το τι έκαναν εκείνες, εγώ δεν είχα καμία σχέση αφού ήμουν αφεντικό και γυναίκα του, αλλά και πάλι ήταν δυνατό να στηρίξω το μέλλον και την ευτυχία μου στη δυστυχία άλλων γυναικών;
  Με καθησύχασε για ακόμα μία φορά λέγοντας μου πως οι γυναίκες που δούλευαν στο μαγαζί μας, σε αντίθεση με άλλα, έκαναν με τη θέληση τους αυτή τη δουλειά, πληρώνονταν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού και ήταν και απόλυτα προστατευμένες. Όταν θες να πιστέψεις έναν άνθρωπο, πιστεύεις οτιδήποτε και αν σου πει. Έτσι και εγώ τον πίστεψα και καθησύχασα για ένα διάστημα τους φόβους και τις τύψεις μου.

  Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που ήρθε στο μαγαζί η Αλίνα. Ήταν πολύ μικρή, στοιχημάτιζα ότι ασχέτως με το τι έλεγε εκείνος και τα χαρτιά της ήταν ανήλικη. Το βλέμμα της έδειχνε φοβισμένο και γέμιζε καθαρό τρόμο όταν τη πλησίαζε κάποιος πελάτης. Στη πρώτη ευκαιρία προσπάθησα να πιάσω κουβέντα μαζί της τη ρώτησα γιατί έκανε αυτή τη δουλειά από τη στιγμή που δεν της άρεσε. Με κοίταξε γεμάτη απορία. Με τα λίγα σπασμένα Ελληνικά που μιλούσε με ρώτησε αν ήξερα καμία που να της αρέσει. Τότε της είπα ότι όλες οι άλλες κοπέλες που δούλευαν στο μαγαζί δούλευαν με τη θέληση τους. Τότε η μικρή ξέσπασε σε ένα υστερικό γέλιο.


  Όταν σταμάτησε άρχισε να μου λέει πράγματα που το μυαλό μου ήταν αδύνατο να τα συλλάβει. Ότι την αγόρασαν από τους δικούς της σαν ένα κομμάτι κρέας και έφτασε νύχτα στην Ελλάδα μέσα σε ένα φορτηγό με δεκάδες άλλες γυναίκες στοιβαγμένες σα ζώα . Ότι την έκλεισαν σε ένα σπίτι φυλακή. Δε θυμόταν πόσο καιρό έμεινε εκεί μέσα μαζί με τις άλλες. Δε μπορούσε να υπολογίσει. Τα πατζούρια ήταν πάντα κλειστά, έτρωγαν ελάχιστα και συχνά ερχόντουσαν διάφοροι άντρες, που τις βίαζαν και τις χτυπούσαν. Εκεί έμαθε και τα ναρκωτικά. Της τα έμαθαν θέλοντας και μη για να μην αντιδρά όταν περνούσαν όλοι αυτοί από πάνω της.
  Την κοιτούσα άναυδη. Ήταν τόσο ειλικρινές το σοκ και η απορία μου που η μικρή κατάλαβε ότι δεν υποκρινόμουν. Και τότε μου είπε ότι δεν υπήρχε κοπέλα μέσα στο μαγαζί που να μην κάνει χρήση. Πως αλλιώς θα μπορούσαν να ανεχτούν όλους αυτούς που περνούσαν από πάνω τους καθημερινά.  Το μυαλό μου δε μπορούσε να συλλάβει όσα άκουγα. Ναι είχα προσέξει ότι οι περισσότερες κοπέλες είχαν ένα περίεργο βλέμμα, αλλά δεν είχα συναναστραφεί ποτέ με ανθρώπους που έκαναν χρήση για να μπορώ να αναγνωρίζω τα σημάδια.
  Μη θέλοντας να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της εξαπάτησης μου τη ρώτησα γιατί δεν τα έλεγε όλα αυτά στον Νικήτα. Εκείνος της είπα δε γνώριζε τίποτα από όλα αυτά και πίστευε ότι όλες οι κοπέλες δούλευαν εκεί με τη θέληση τους. Για απάντηση πήρα ένα δεύτερο ξέσπασμα υστερικού γέλιου, μεγαλύτερης διάρκειας από το πρώτο. Το σπίτι που την είχαν κλεισμένη όπως μου είπε ήταν δικό του και εκείνος ήταν ο πρώτος που είχε βιάσει και εκείνη και όποια από τις υπόλοιπες κοπέλες είχε την ατυχία να του αρέσει.

  Έγινα έξαλλη. Δεν υπήρχε περίπτωση ο άντρας της ζωής μου να έκανε όλα αυτά τα φρικτά πράγματα για τα οποία τον κατηγορούσε. Δεν ήταν ικανός. Την είπα ψεύτρα. Της είπα ότι τα ναρκωτικά που έπαιρνε την είχαν τρελάνει και δεν ήξερε τι έλεγε. Τότε η μικρή με ένα περίεργο ύφος στο οποίο εναλλασσόταν ο φόβος, η αγανάκτηση και η λύπη μου είπε να μπω στο κόπο να παρακολουθήσω τον άντρα της ζωής μου και τότε θα καταλάβαινα ποιος ήταν ο αληθινός ψεύτης.
  Έφυγα από  το μαγαζί σε έξαλλη κατάσταση. Πήγα σπίτι και τον περίμενα. Όταν άνοιξε η πόρτα δεν ήμουν πλέον εγώ. Όρμισα πάνω του σα μανιασμένη λέαινα. Μάταια προσπάθησε να με ηρεμήσει και να με πείσει για μια ακόμα φορά με όμορφα ψέματα και υποσχέσεις. Στο τέλος θέλοντας και μη τα παραδέχτηκε όλα. Τα όνειρα μου σωριάστηκαν σα πύργος από τραπουλόχαρτα μέσα σε ένα λεπτό.
  Τα παραδέχτηκε όλα. Τα σπίτια που πίστευα πως νοίκιαζε ήταν σπίτια κολαστήρια, σαν αυτό που μου χε περιγράψει η Αλίνα. Τα χρήματα με τα οποία πίστευα ότι θα κάναμε μια ευτυχισμένη οικογένεια προέρχονταν από τον φόβο και την απόγνωση τέτοιων γυναικών. 


  Είχα μαζευτεί σε μία γωνιά και τον κοίταζα με τρόμο. Προσπάθησε να με πλησιάσει μα τραβήχτηκα σα να με είχε δαγκώσει φίδι. Το άγγιγμα του πλέον με τρόμαζε. Προσπάθησε να με καθησυχάσει λέγοντας μου πως δεν είχα λόγο να φοβάμαι. Εγώ ήμουν η γυναίκα του δεν είχα καμία σχέση με όλες αυτές που δούλευαν για εκείνον. Δούλευαν! Είχε το θράσος να το λέει δουλειά! Στο άκουσμα και μόνο της λέξης έκανα εμετό και κατέρρευσα.
  Μου ήταν αδύνατο να καταλάβω τη συμπεριφορά της. Ήξερα πως η αλήθεια θα τη πλήγωνε, πως δεν ήταν σε θέση να καταλάβει γι’ αυτό και φρόντιζα να ζει στην άγνοια αλλά δεν περίμενα πως αν ποτέ μάθαινε θα το έπαιρνε τόσο βαριά. Άλλωστε τι την ένοιαζε; Εκείνη ήταν η γυναίκα μου. Η μόνη γυναίκα που είχα σεβαστεί στη ζωή μου γιατί ήταν τόσο αθώα, τόσο διαφορετική από τις άλλες. Όλες οι άλλες ήταν πρόστυχες. Μπορεί να έκαναν πως δε ήθελαν αλλά είχαν στο αίμα τους τη πουτανιά.
  Όλες οι γυναίκες την είχαν. Ήμουν σε θέση να το ξέρω καλά αφού ήμουν γιος μιας τέτοιας γυναίκας. Το πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ. Είμαι σίγουρος πως ούτε εκείνη ήξερε ποιος ήταν. Δεν την ένοιαζε άλλωστε. Ένα λάθος ήμουν γι’ αυτή που έσερνε μαζί της σα βάρος. Όχι ότι μου έδινε ποτέ και καμία ιδιαίτερη σημασία. Να ήμουν έστω κορίτσι, όπως έλεγε, θα έφερνα κάποια στιγμή λεφτά στο σπίτι, αλλά ένα αγόρι για μια τέτοια γυναίκα ήταν παντελώς άχρηστο. Δεκάρα δεν έδινε για το πώς ένιωθα. Για το αν μ’ άρεσε η δουλειά της. Για το αν μπορούσα να κλείσω μάτι ακούγοντας νύχτα μέρα αυτά τα βογγητά. Γι’ αυτό σου λέω τους αρέσει, σε όλες αρέσει και ας κάνουν τάχα παράπονα. Όλες αυτό θέλουν, να πηδιούνται και να βγάζουν λεφτά. Το κατάλαβα νωρίς και άρχισα να βγάζω και εγώ λεφτά από αυτές, δεν έβλεπα που ήταν το κακό. 


  Μονάχα εκείνη ήταν διαφορετική. Τόσο αθώα. Για αυτό θέλησα να τη κάνω γυναίκα μου. Ήταν η μόνη γυναίκα που κατάφερα να αγαπήσω. Ποτέ δε μου πέρασε από το μυαλό να τη βάλω στη δουλειά. Από εκείνη τη μέρα όμως άλλαξε. Σύντομα κατάλαβα ότι ξεκίνησε και τα ναρκωτικά. Έγινα έξαλλος. Μου είπε ότι δεν έβλεπε το λόγο της ενόχλησης μου. Άλλωστε σε τι διέφερε από τις υπόλοιπες; Η συμπεριφορά της άλλαξε. Έπινε πολύ και πλέον έπαψε να είναι απόμακρη με τους πελάτες όπως άλλοτε. Ήταν σαν να είχα μπροστά μου μία γυναίκα εντελώς διαφορετική. Μια γυναίκα σαν αυτές που σιχαινόμουν και κατά βάθος μισούσα γιατί μου θύμιζαν τη μάνα μου.
  Από εκείνη τη μέρα άλλαξα έκανα ότι μπορούσα για να καταλάβει πόσο φρικτό ήταν αυτό που έκανε. Στο μυαλό μου από τη στιγμή που όπως έλεγε με αγαπούσε αν με έβλεπε να κάνω ότι και οι άλλες θα καταλάβαινε το λάθος του. Θα τις συμπονούσε και θα έπαιρνε την απόφαση να αλλάξει ζωή. Έτσι άρχισα να πίνω πολύ και να χαζογελάω με τους πελάτες. Λίγο μετά δοκίμασα και τα ναρκωτικά. Καταλάγιαζαν το πόνο μου και άδειαζαν το μυαλό από τις τύψεις για τα χρήματα στα οποία είχα στηρίξει την ευτυχία μου.
  Βλέποντας τη να συμπεριφέρεται σα τις άλλες, ότι όμορφο είχα μέσα μου γι’ αυτή πέθανε. Είχα κάνει λάθος τελικά. Σε τίποτα δε διέφερε. Μια πουτάνα ήταν και αυτή σαν όλες τις υπόλοιπες μονάχα που ήταν πιο έξυπνη και με είχε ξεγελάσει. Σίγουρα θα πηδιόταν και με πελάτες πίσω από τη πλάτη μου και θα χε βρει τρόπο να μη τη παίρνω μυρωδιά. Η γυναίκα άμα θέλει να σε γελάσει πάντα βρίσκει τρόπο. Και όμως την αγαπούσα ακόμα σιχαινόμουν τον εαυτό μου αλλά την αγαπούσα.
  Θα της άξιζε να τη βγάλω στη δουλειά. Να τη κλείσω σε ένα δωμάτιο και να περνούν από πάνω της κάθε μέρα δεκάδες. Ήταν τόσο όμορφη που θα ήταν σωστό χρυσωρυχείο. Αλλά στη σκέψη και μόνο ότι θα την άγγιζε άλλος άντρας το μυαλό μου θόλωνε. Είχα χάσει πλέον κάθε έλεγχο και έκανα κακό και στο μαγαζί. Όταν την έβλεπα να χαζογελάει με πελάτες γινόμουν θηρίο και δεν ήταν λίγες οι φορές που αρκετοί είχαν φύγει σακατεμένοι από το μαγαζί. Πλέον δε τολμούσε κανείς να τη πλησιάσει αλλά εκείνη συνέχιζε να προκαλεί.


  Δεν ήξερα που θα οδηγήσει αυτή η τρελή κατάσταση.  Δεν ήξερα πλέον τι επεδίωκα, ο πόνος η απογοήτευση το ποτό και τα ναρκωτικά είχαν θολώσει τη λογική μου.  Γιατί τα έκανα όλα αυτά. Γιατί απλώς δεν τον εγκατέλειπα. Γιατί δε μπορούσα. Γιατί παρόλα όσα είχα μάθει, παρά τα όσα έκανα συνέχιζα να τον αγαπώ με έναν άρρωστο τρόπο και να μου είναι αδύνατο να ζήσω έστω και μια μέρα μακριά του. Τον βασάνιζα λοιπόν με τον τρόπο μου και το ανταπέδιδε και αυτός με το δικό του. Ήμουν πλέον σίγουρη ότι όλη αυτή η ιστορία δε θα τελείωνε καλά. Είχα πλέον πάρει απόφαση ότι με τη συμπεριφορά μου δεν υπήρχε περίπτωση να καταλάβει και να αλλάξει και όμως συνέχιζα μη με ρωτήσεις γιατί δεν ξέρω τι να απαντήσω. Ίσως μέσα μου να ένιωθα ότι με το να σκουπιδιάζω τον εαυτό μου κατά κάποιο τρόπο εξιλεωνόμουν απέναντι σε αυτές τις γυναίκες.
  Τραβούσαμε και οι δύο το σχοινί και ήταν πλέον οφθαλμοφανές ότι κάποια στιγμή θα έσπαγε και τότε κανείς δε θα μπορούσε να ξέρει ποιες θα ήταν οι συνέπειες.
  Μέρα με τη μέρα η απόγνωση μου μεγάλωνε. Δε μπορούσα να τη βλέπω έτσι. Που είχε χαθεί το γεμάτο αθωότητα πλάσμα που είχα γνωρίσει. Υπήρξε τελικά ποτέ. Συχνά πλέον έχανα τον έλεγχο μου και τη χτυπούσα. Μετά το μετάνιωνα της ζητούσα συγνώμη και εκείνη με κοίταζε πάντα με αυτό το αδιάφορο απλανές βλέμμα. Έπρεπε να τη διώξω η να τη ρίξω στη δουλειά μα δεν είχα το θάρρος να κάνω ούτε το ένα ούτε το άλλο. Άρχισα να πίνω πολύ. Πιωμένος ήμουν και εκείνο το φρικτό βράδυ. Πιωμένος και τρελός. Στα καλά μου δε θα μπορούσα ποτέ να της κάνω αλλιώς κακό. Ήταν μια ακόμα από εκείνες τις νυχτιές που είχε γίνει χάλια όταν μπήκε μέσα ένας ωραίος νεαρός και άρχισε να χαριεντίζεται μαζί του. Το αποκορύφωμα ήρθε όταν σηκώθηκε να φύγει και την είδα να τον ακολουθεί. Το μυαλό μου θόλωσε. Κάθε λογική σκέψη έσβησε. Πήρα το όπλο που χα στο συρτάρι και βγήκα έξω σε έξαλλη κατάσταση. Πριν καν καταλάβω τι συνέβαινε τράβηξε όπλο και εκείνος πάτησα ασυναίσθητα τη σκανδάλη και τότε εκείνη πετάχτηκε μπροστά και με αγκάλιασε. Δε ξέρω αν ήταν η δική μου ή η δική του σφαίρα που τη βρήκε. Ίσως και οι δύο. Έμεινε ξαπλωμένη εκεί σε μία λίμνη αίματος. Εκείνος το έβαλε στα πόδια και εγώ έμεινα εκεί να τη κρατώ αγκαλιά μέσα στα αίματα μα συγχρόνως δεν ήμουν και εκεί. Είχα μουδιάσει ολόκληρος. Άνοιξε τα μάτια και με δυσκολία μου ψέλλισε ότι με αγαπούσε. Γεμάτος απόγνωση τη ρώτησα γιατί τα έκανε τότε όλα αυτά. Η απάντηση της έκανε το αίμα που χε παγώσει στις φλέβες μου να κυλήσει με ορμή. Για να καταλάβεις πως νιώθουν αυτές οι γυναίκες. Για να αλλάξεις και να μπορέσουμε να κάνουμε οικογένεια. Είπε και έκλεισε πάλι τα μάτια της. 

  Ήμουν ένας ηλίθιος ένα τέρας. Αυτή παρέμενε το αγνό πλάσμα που είχα γνωρίσει. Ένα μεγάλο παιδί που πίστευε ότι με το να δείξει σα τις άλλες θα με κάνει να αλλάξω,  να κάνουμε την οικογένεια που ονειρευόταν και εγώ ο ηλίθιος δεν είχα καταλάβει τίποτα. Τώρα ήταν αργά. Το μόνο πλάσμα που αγάπησα και με αγάπησε ποτέ είχε χαθεί από το ίδιο μου το χέρι. Κόλλησα το όπλο στο κεφάλι μου και χωρίς δεύτερη σκέψη πάτησα τη σκανδάλη. Μου ήταν αδύνατο να την αποχωριστώ.
  Ο Νικήτας πέθανε ακαριαία πριν προλάβει να καταλάβει ότι έκανε για ακόμη μια φορά λάθος. Η Μαρία ήταν ζωντανή. Δε ξαναπερπάτησε όμως ποτέ . Όταν συνήλθε από τα αλλεπάλληλα χειρουργεία πούλησε τα πάντα. Δώρισε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων και εξαφανίστηκε. Ποτέ κανείς δεν έμαθε τίποτα γι’ αυτήν…

Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Σκηνοθεσία:Αντώνης Μανδρανής 
Ηθοποιοί: Κώστας Ευριπιώτης, Φιλίτσα Καλογεράκου, Μία Καλιντζόγλου
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης





Τα "Ματωμένα Ίχνη" της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με τη προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.

              

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου