https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΙΧΝΗ: Βεντέτα της Τζένης Κοσμίδου https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Βεντέτα της Τζένης Κοσμίδου



ΒENTETA

Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να αντιληφθούν την αληθινή ομορφιά της ζωής. Αυτή που κάνει τους ανθρώπους ,ασχέτως εξωτερικής εμφάνισης, να λάμπουν λες και έχουν μονίμως πάνω τους ένα δυνατό προβολέα. Αυτή που μπορεί να πλημμυρίσει τη ψυχή τους με γαλήνη και ευδαιμονία. 
  Προτιμούν να γίνονται έρμαια των πιο κατώτερων παθών τους. Σχεδόν κανείς δεν μπαίνει στο κόπο να αναλογιστεί τις επιπτώσεις, μίας τέτοιας στάσης ζωής, η οποία μέρα με τη μέρα καταλήγει σε εμμονή. Ένα απ’ αυτά το χειρότερο ίσως είναι η μανία της εκδίκησης. Αυτός ο δαίμονας που σε τυλίγει σαν κουβάρι σε ένα ατέρμονο κυνήγι αίματος, μέσα από μία διαδρομή γεμάτη πόνο δάκρυα και δυστυχία για να καταλήξεις ,στη καλύτερη των περιπτώσεων ,νεκρός στη χειρότερη άδειος. Ναι άδειος γιατί όταν η μανία σιγάσει μη έχοντας πλέον κανένα αποδέκτη εν ζωή τότε τι άλλο πέρα από κενό μένει στη ψυχή. Κενό και κατάρες.
  Αυτά τα ανάτριχα μοιρολόγια των γυναικών που έχουν χάσει άντρες γιους ή αδέλφια. Φτάνει να τα ακούσεις μία φορά στη ζωή σου για να χαραχτούν ανεξίτηλα στη μνήμη σου μεταδίδοντας σου ένα μικρό κομμάτι του τεράστιου πόνου τους κάθε φορά που ακόμα και ένα τυχαίο γεγονός θα αναμοχλεύσει αυτές σου τις μνήμες.
  Θα μουν δε θα μουν πέντε ετών όταν άκουσα γα πρώτη φορά αυτά τα ανάτριχα ουρλιαχτά που στο παιδικό μου μυαλό θύμιζαν μάγισσες και στοιχειά παραμυθιών. Κάτι δε πήγαινε καλά στο σπίτι μας εκείνο το πρωί. Αντί για τη μάνα με τα γλυκά της χάδια με ξύπνησαν αυτοί οι τρομακτικοί ήχοι. Ζάρωσα στο κρεβάτι και σκεπάστηκα μέχρι τα αυτιά προσπαθώντας να καταλάβω τι συνέβαινε εκείνο το πρωινό στο σπίτι μας.
  Δε πρέπει να πέρασαν παρά λίγα λεπτά όταν η πόρτα του δωματίου μου άνοιξε και μπήκε μέσα μία θεια μαυροντυμένη και βλοσυρή. Μου τράβηξε τα σεντόνια αμίλητη και με ένα νεύμα μου έδειξε ότι έπρεπε να σηκωθώ. Εγώ είχα μείνει μαρμαρωμένος στο κρεβάτι μου μια να κοιτώ τη θεια και μια να ακούω τις στριγκές φωνές που πλέον ξεκάθαρα έρχονταν από το σαλόνι του σπιτιού μας.
  Με τράβηξε έντονα από το χέρι, έπειτα σα να μετάνιωσε με έσφιξε στοργικά στο στήθος της και ένας ποταμός δακρύων έβρεξε τα μαλλιά μου. Μετάνιωσα και γω για τη συμπεριφορά μου και υποτάχτηκα υπάκουος στη θέληση της. Την άφησα να με ντύσει και να μου πλύνει το πρόσωπο αν και η μητέρα με είχε μάθει να τα κάνω ήδη κιόλας όλα μόνος μου και έπειτα να με κατεβάσει στο σαλόνι.
  Εκεί είδα πλήθος κόσμου μαζεμένο. Γυναίκες μαυροφορεμένες να κλαίνε και να οδύρονται τραβώντας τα μαλλιά και σκίζοντας τα ρούχα και τα μάγουλα τους. Οι άντρες παρακολουθούσαν βλοσυροί και πάνω στο τραπέζι σε ένα λευκό σεντόνι βαμμένο κόκκινο είδα το κορμί του πατέρα πνιγμένο μέσα σε μια λίμνη αίματος.
  Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν μπροστά σε αυτό το αποτρόπαιο θέαμα που ενώ λίγο μπορούσα να καταλάβω πλημμύριζε τη καρδιά μου πόνο. Χωρίς να το καταλάβω βράχηκα παντού το πρόσωπο μου από δάκρυα και το παντελόνι μου από ούρα. Δεν έχω ιδέα πως έγινε είχα πάψει από καιρό να βρέχω το κρεβάτι μου.
  Άκουσα κάποιους να μουρμουρίζουν πως ήταν ντροπή ολόκληρος άντρας να κατουριέμαι πάνω μου. Τότε βγήκε μπροστά η αδελφή μου η Μαρία που ανέκαθεν μου είχε αδυναμία και τους έβαλε στη θέση τους λέοντας τους πως δεν ήμουν παρά ένα μικρό αγόρι που μόλις είχε χάσει τον πατέρα του. Δε πρόλαβα να ευχαριστηθώ τη μικρή μας νίκη γιατί πριν τελειώσει τη φράση της πετάχτηκε ο αδερφός του πατέρα μας και της είπε πως στη δική μας οικογένεια οι άντρες δεν έχουν το δικαίωμα να είναι μικρά αγόρια γιατί ποτέ δε ξέρουν σε ποια ηλικία θα τους ζητηθεί να πάρουν το αίμα πίσω.
  Τότε ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω τι ήθελε να πει ο θείος με αυτά του τα λόγια αλλά αρκετά μεγάλος για να καταλάβω την οργή και το τρόμο στα μάτια της μάνας που με μιας άφησε μόνο το πατέρα παραμέρισε το σύννεφο των μαυροφορεμένων συγγενών με άρπαξε στην αγκαλιά της σα μωρό και με πήγε σχεδόν τρέχοντας στη κάμαρα μου. 
  Δε ξέρω και εγώ πόση ώρα μείναμε εκεί σφιχταγκαλιασμένοι  με εκείνη να γεμίζει τα μαλλιά μου φιλιά και να μου μουρμουρίζει συνέχεια ότι δε θα άφηνε κανένα να με πειράξει. Κάποια στιγμή μια από τις αδελφές μου ήρθε και είπε πως η μητέρα έπρεπε να κατέβει γιατί οι συγγενείς είχαν αρχίσει να σχολιάζουν. Το παγωμένο βλέμμα της μητέρας την έκανε να φύγει χωρίς να μπορέσει να πει τίποτε άλλο.
  Λίγο μετά σηκώθηκε μου είπε ότι και να γίνει να μη βγω από το δωμάτιο μου και πως θα στέλνει εκείνη κάποια από τις αδελφές μου να βλέπει αν χρειάζομαι κάτι.
  Όταν ξανακατέβηκα ο πατέρας δεν είχε πια αίματα ήταν καθαρός χτενισμένος μέσα στο μαύρο του κοστούμι ίδιος με τη φωτογραφία που κρεμόταν  στο τοίχο και είχε τη μητέρα νύφη στο πλευρό του μόνο που τώρα ήταν μέσα σε ένα φέρετρο και τα μάτια του ήταν σφαλιστά.
  Όλη τη νύχτα έμεινε ο πατέρας στο σαλόνι και αντί, όσο περνούσε η ώρα, το σπίτι να αδειάζει από συγγενείς και φίλους μαζεύονταν όλο και περισσότεροι. Την άλλη μέρα στο νεκροταφείο, όταν πλέον το χώμα σκέπασε για τα καλά το φέρετρο, τα αδέλφια του πατέρα και τα δικά μου πήγαν και έκαναν κάτι που στα παιδικά μου μάτια έμοιαζε τελείως παράλογο. Έβγαλαν από ένα στιλέτο και αφού έσκισαν το χέρι τους το κάρφωσαν έτσι αιματοβαμμένο  στο χώμα που τον είχε σκεπάσει.
  Δε ξέρω γιατί αλλά με έπιασε υστερία και άρχισα να ουρλιάζω λες και τα στιλέτα ήταν ικανά όχι μόνο να φτάσουν στο άψυχο σώμα του πατέρα αλλά και αν το πληγώσουν. Για άλλη μια φορά εισέπραξα τα αποδοκιμαστικά βλέμματα συγγενών και φίλων. Μάταια προσπαθούσαν να με ηρεμήσουν. Φώναζα ότι έκαναν κακό στο μπαμπά μου. Τότε ο μεγάλος μου αδελφός μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο. Με μιας πάγωσα και σταμάτησα να κλαίω. Δεν ήταν από φόβο μα από το σοκ. Όντας το κατά πολύ μικρότερο, από όλα τα παιδιά της οικογένειας, ποτέ κανείς δεν είχε διανοηθεί να απλώσει χέρι πάνω μου. Μου πε πως ντρόπιαζα το πατέρα και όλη την οικογένεια αφού με αυτή τη κίνηση, τόσο αυτός όσο και τα αδέλφια αλλά και οι θείοι μας, ορκίζονταν να δώσουν και τη ζωή τους για να πάρουν το αίμα του πατέρα πίσω. Πάλι αυτή η περίεργη φράση.
  Δε πέρασε καιρός και όλη αυτή η ιστορία επαναλήφθηκε ξανά και ξανά και ξανά μονάχα που στη θέση του πατέρα ήταν πρώτα τα αδέρφια του και μετά τα δικά μου. Ακόμα και ο άντρας της αδελφής μου της Μαρίας. Κανένας δεν έμεινε. Η μητέρα είχε γίνει σκιά του εαυτού της. Το άλλοτε χαρούμενο σπίτι μας έμοιαζε πια στοιχειωμένο. Η μάνα και οι αδερφές μου που μέναν εκεί πνιγμένες στη θλίψη και τα μαύρα θύμιζαν νεράιδες παραμυθιού που κάποια κακιά μάγισσα ζήλεψε και καταράστηκε.
  Όλες μιλούσαν ελάχιστα. Μάλλον για να κρύψουν την απόγνωση τους. Αυτή ήταν σίγουρα που τις ώθησε σε αυτή την απόφαση που τότε φάνταζε παράλογα σκληρή στα παιδικά μου μάτια. Με έδιωχναν από το σπίτι από το χωριό από τη χώρα την ίδια. Έτσι μια μέρα αποφάσισαν να με στείλουν στην άλλη άκρη του κόσμου σε μία μακρινή ξαδέρφη της μητέρας να με μεγαλώσει αυτή.

  Έκλαιγα και σπάραζα για μέρες προσπαθώντας να τις πείσω να με κρατήσουν. Ορκιζόμουν ότι θα έκανα ότι μου ζητούσαν φτάνει να μη με έστελναν μακριά. Άδικος κόπος. Εκείνες είχαν πάρει την απόφαση τους. Τότε δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω ότι πίσω, από αυτή τους τη σκληρότητα, κρυβόταν μία πελώρια αγάπη. Μια αγάπη ικανή να τις κάνει να με διώξουν μακριά και να μη με δουν ποτέ μόνο και μόνο για να προστατέψουν τη ζωή μου που κατά πάσα πιθανότητα ήταν καταδικασμένη έτσι και μεγάλωνα λίγο.


Έτσι βρέθηκα στην Αμερική. Η θεία ήταν καλή. Δε μπορούσε βλέπεις να κάνει δικά της παιδιά και έτσι έδωσε όλη τη μητρική της στοργή σε εμένα. Δε μου έλειψε το παραμικρό ούτε μου χάλασε το παραμικρό χατίρι. Εκτός από ένα. Ποτέ δε μιλούσαμε για τους δικούς μου για το χωριό και δεν υπήρχε, ούτε σαν ενδεχόμενο, η ιδέα να τους επισκεφτούμε. Κάποια στιγμή μου είπε ότι από απροσεξία το πατρικό μου σπίτι έπιασε φωτιά με αποτέλεσμα να σκοτωθούν η μητέρα και οι αδελφές μου. Από τότε δε ξαναρώτησα και εκείνη δε τις ανέφερε ξανά  ποτέ.
  Αν τολμούσα να πω ότι είχα παράπονο από εκείνη θα ήμουν αχάριστος αλλά πάντα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπέβοσκε η εμμονή να γυρίσω κάποια στιγμή στα χώματα που γεννήθηκα και έκανα τα πρώτα μου βήματα, να επισκεφτώ τους τάφους των δικών μου αφού, κατά τα λεγόμενα της θείας μου, δεν υπήρχε κανείς εν ζωή.
  Παρόλα αυτά ο χρόνος και η καθημερινότητα σκέπασαν αυτήν τη σκέψη και μαζί σχεδόν όλες τις παιδικές μου αναμνήσεις. Τα χρόνια πέρασαν και η τύχη στάθηκε καλή μαζί μου. Πόσοι είχαν τη τύχη να επιλέξουν καριέρα ηθοποιού στην Αμερική και να δουλεύουν σε μεγάλες παραγωγές. Η θεία – μητέρα μου ήταν όλο και πιο περήφανη για μένα. Αν και ολόκληρος άντρας πια δεν έπαυε να με κακομαθαίνει, να μη μου χαλά χατίρι και να σκέφτεται το καλύτερο για μένα. Ακόμα και ψευδώνυμο μου βρήκε όταν έκανα τα πρώτα μου καλλιτεχνικά βήματα αφού όπως έλεγε χρειαζόμουν ένα λιγότερο Ελληνικό όνομα για να κάνω καριέρα στην Αμερική.
  Η ζωή μου κυλούσε γρήγορα και ευχάριστα. Μεγάλες δουλειές πολυτελή ζωή, ακριβά αυτοκίνητα, ωραίες γυναίκες, ευχάριστες συντροφιές και πολλά ταξίδια. Θα φανεί περίεργο αλλά για χρόνια δε πέρασε ούτε σα σκέψη από το μυαλό μου να επισκεφτώ την Ελλάδα ούτε καν για διακοπές όπως έκαναν πολλοί συνάδελφοι μου τους καλοκαιρινούς μήνες και ας μην είχαν καταγωγή από εκεί. Σαν όλοι μου οι δεσμοί, με τη γενέτειρα μου,  είχαν σκεπαστεί από ένα βαρύ πέπλο λησμονιάς που τίποτα δεν ήταν ικανό να το μετακινήσει.
  Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που ένας αστάθμητος παράγοντας ήλθε να τα αλλάξει όλα. Μου έκαναν πρόταση να συμμετάσχω σε μία ταινία που όχι μόνο θα γυριζόταν στην Ελλάδα αλλά πολύ κοντά στη γενέτειρα μου. Επρόκειτο για ένα ερωτικό δράμα ανάμεσα σε δύο οικογένειες που κυριολεκτικά ξεκληρίζονταν από μία βεντέτα που είχε ξεκινήσει πριν από πολλά -πολλά χρόνια εξαιτίας ενός ερωτικού τριγώνου. Το αιώνιο δράμα του έρωτα. Η γυναίκα, ο σύζυγος και ο εραστής που έρχεται να τινάξει την οικογενειακή γαλήνη του ζευγαριού από τα θεμέλια.   
  Μου φαινόταν αρκετά παράλογο βέβαια στην εποχή μας να γυρίσουμε ταινία με τόσο παλιομοδίτικη θεματολογία όπως βεντέτες, εγκλήματα τιμής και ερωτικά τρίγωνα αλλά η πρόταση ήταν συμφέρουσα από κάθε άποψη. Μου εξασφάλιζαν ένα πολύ καλό κασέ και επιτέλους θα είχα την ευκαιρία να ικανοποιήσω το παιδικό πόθο που ως τότε κοιμόταν και ξαφνικά είχε ξυπνήσει πιο έντονος από ποτέ.
  Αποφάσισα να πω ψέματα στη θεία μου για πρώτη φορά στη ζωή μου. Αν με καλό-ρωτήσεις δεν είμαι σίγουρος για τον λόγο που με οδήγησε σε αυτήν τη πράξη. Ήμουν πια πολύ μεγάλος για να μου απαγορεύσει το οτιδήποτε μα την αγαπούσα και τη σεβόμουν πολύ. Ήξερα πως ένα τέτοιο νέο θα την τάραζε οπότε προτίμησα ένα ανώδυνο ψέμα και της είπα πως τα γυρίσματα θα γινόντουσαν στην Ισπανία. Ήταν φυσικά μία προσωρινή λύση αφού αργά η γρήγορα κάποιος δημοσιογράφος θα το ανακάλυπτε και θα έριχνε φως στο θέμα αλλά τουλάχιστον εξασφάλιζα την ησυχία της για όσο ήταν δυνατό.
  Έτσι έφυγα σαν το κλέφτη. Η Μαρία, η κοπέλα που είχε στείλει ο παραγωγός για να μου κάνει τη πρόταση με περίμενε στο αεροδρόμιο με ένα αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη. Δε ντρέπομαι να παραδεχτώ πως αυτή η γυναίκα ήταν άλλος ένας λόγος που με ώθησε να δεχτώ αυτήν την πρόταση. Ήταν τόσο διαφορετική απ’ όσες γυναίκες είχα γνωρίσει μέχρι τότε.
  Είχε κατάμαυρα μαλλιά και μάτια και έντονα χαρακτηριστικά που δύσκολα θα συναντούσες σε Αμερικανίδα, ακόμα και αν είχε επέμβει το χέρι κάποιου ταλαντούχου πλαστικού. Σε αντίθεση με τα περισσότερες γυναίκες που συναναστρεφόμουν οι οποίες μακιγιάρονταν έντονα ακόμα και για να πάνε για ψώνια ή για να κοιμηθούν αν τύχαινε να τις συντροφεύει κάποιο αρσενικό ακόμα και της μίας βραδιάς εκείνη βαφόταν ελάχιστα και ντυνόταν πολύ απλά. Η όλη παρουσία της θύμιζε περισσότερο φοιτήτρια παρά στέλεχος μεγάλης κινηματογραφικής εταιρείας. Όχι ότι η ίδια μου είχε πει και πολλά πράγματα για την εταιρεία που εκπροσωπούσε αλλά η αμοιβή που μου προσέφεραν μιλούσε από μόνη της.
  Όλα ήταν αλλιώτικα σε αυτή τη γυναίκα. Φερόταν τόσο απλά που έφτανε να ναι ό,τι πιο περίπλοκο για έναν άντρα. Μιλούσε μονάχα όταν είχε κάτι ουσιαστικό να πει. Τα μάτια της σκιάζονταν μόνιμα από ένα σύννεφο άλλοτε λύπης και άλλοτε θυμού. Τα συναισθήματα αυτά εναλλάσσονταν στο βλέμμα της έτσι χωρίς ιδιαίτερο λόγο και έμεναν εγκλωβισμένα εκεί αφού τίποτα δε φαινόταν ικανό να ταράξει τη σταθερή, γαλήνια και γεμάτη πειθώ και αυτοπεποίθηση φωνή της.
  Έπειτα συνειδητοποιούσα όλη αυτή τη λεπτομερή ανάλυση που έκανε στο μυαλό μου και απορούσα με τον ίδιο μου τον εαυτό. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ασχοληθεί τόσο με μία γυναίκα ούτε καν τις φορές που νόμιζα ότι ήμουν ερωτευμένος ή ενθουσιασμένος.
  Πριν καν τελειώσει το ταξίδι μας είχαμε γίνει ζευγάρι. Μου άρεσε που έκανε τη κίνηση της αφού είχα δεχτεί ήδη τη πρόταση της εταιρείας της γιατί έτσι δεν είχα τη παραμικρή αμφιβολία ότι  το ενδιαφέρον της ήταν αυθεντικό και όχι ένα απλό μέσο για να με πείσει να την ακολουθήσω.
Στο αεροδρόμιο δε μας περίμενε κανένας παρά μόνο το αυτοκίνητο της. Ακόμα και αυτό δεν ήταν το κλασσικό αυτοκίνητο που περίμενες να έχει μια νεαρή γυναίκα. Συνήθως οι στάρλετ προτιμούν κάμπριο έντονα χρώματα και οι εργασιομανείς μικρά αυτοκίνητα βολικά στο παρκάρισμα και οι καριερίστες ή επιβλητικές κούρσες που πρόδιδαν πλούτο δύναμη και χλιδή. Εκείνη είχε ένα μαύρο τζιπ με μαύρα φιμέ τζάμια που θύμιζε στρατιωτικό αυτοκίνητο. Ήταν απορίας άξιο πως αυτό το τόσο ντελικάτο πλάσμα οδηγούσε αυτό το θωρηκτό.

 Η διαδρομή ήταν όμορφη. Πριν καν το καταλάβω είχαμε απομακρυνθεί από τους πολυσύχναστους γεμάτους αυτοκίνητα δρόμους και διανύαμε έναν εξοχικό. Δεν άντεξα και τη ρώτησα που πηγαίναμε και πως και δε μας περίμενε κανένας στο αεροδρόμιο. Μου είπε ότι πηγαίναμε στο εξοχικό της. Δε μας περίμενε κανείς γιατί η ίδια φρόντισε να πάρει παράταση δύο ημερών για να χαλαρώσω, πίστευε πως κάτι τέτοιο θα μου έκανε καλό και θα με ευχαριστούσε. Βιαστικά βέβαια προσέθεσε πως αν έκανε λάθος μπορούσε να αλλάξει αμέσως το πρόγραμμα. Έσπευσα να τη καθησυχάσω λέγοντας της πως δε μπορούσα να φανταστώ τίποτα ωραιότερο για να αρχίσω τη διαμονή μου στην Ελλάδα από το να περάσω ένα διήμερο μόνος μαζί της σε αυτό το μικρό παράδεισο.
  Μονάχα έτσι μπορούσε κανείς να περιγράψει αυτή την ερημική αλλά πανέμορφη τοποθεσία στην οποία δέσποζε ένα πετρόχτιστο επιβλητικό σπίτι που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί. Ανοίγοντας την εξώπορτα μας τύλιξε ένα κύμα ζεστασιάς. Κάποιος είχε προνοήσει να ανοίξει τη κεντρική θέρμανση και το τζάκι. Δε ρώτησα λεπτομέρειες δε με ενδιέφεραν άλλωστε.
  Άρχισα να τη γεμίζω φιλιά ενώ πετούσα δεξιά και αριστερά τα ρούχα της και τα ρούχα μου. Μάταια προσπάθησε να μου πει αν ήθελα πρώτα να φάω ή να πιω κάτι. Οι ερωτήσεις της μου φάνηκαν αστείες. Το μόνο που ήθελα ήταν να τη κάνω δική μου. Ήταν βλέπεις η πρώτη φορά που θα κάναμε έρωτα αφού η σχέση μας ξεκίνησε στο αεροπλάνο με λίγα κλεφτά φιλιά και χάδια.
  Ήταν ελαφρώς παγωμένη κατά τη πράξη. Υπέθεσα πως μπορεί να ντρεπόταν. Ίσως πάλι να μην είχε ξαναπλαγιάσει τόσο σύντομα με άντρα. Όλα πάνω της μαρτυρούσαν ότι ήταν μια γυναίκα σκεπτόμενη και συνεσταλμένη που σίγουρα δε συνήθιζε να πλαγιάζει με τον πρώτο άντρα που της άρεσε εξωτερικά. Εκτός αυτού το ίδιο της το κορμί μαρτυρούσε ότι είχε πολύ καιρό να κάνει έρωτα. Αν δεν ήταν η ηλικία ίσως και να πίστευα πως ήμουν και ο πρώτος άντρας με τον οποίο πλάγιασε ποτέ.
  Όταν λίγη ώρα, αφού είχαμε τελειώσει, τραβήχτηκε από την αγκαλιά μου για να πάει να φέρει κάτι να πιούμε είδα κάτι που κυριολεκτικά με άφησε με το στόμα ανοιχτό. Στο μέρος που μέχρι πριν λίγο βρισκόταν το κορμί της δέσποζε μια κόκκινη κηλίδα. Είχα φερθεί σαν ανόητος. Ωραία ήταν κάπου μεταξύ είκοσι επτά και τριάντα γιατί να μην ήταν παρθένα. Εντάξει ίσως να έδειχνε λίγο ασυνήθιστο αλλά όχι απίθανο. Άλλωστε το μαρτυρούσε όλη της η συμπεριφορά ακόμα και η ψυχρότητα με την οποία αντιμετώπισε τα χάδια και τα φιλιά μου παρότι μου έλεγε συνέχεια πόσο με ήθελε.
  Ήρθε με δύο ποτά στα χέρια και ένα περίεργο αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη. Τη ρώτησα αμέσως γιατί δε μου είχε πει κάτι. Μου απάντησε πως δεν υπήρχε λόγος. Κάτι πήγα να πω μα μου σφράγισε με τα χείλη της το στόμα ενώ μου ακουμπούσε το ποτήρι στα χέρια. Τσουγκρίσαμε και μου είπε να το πιούμε όλο με μιας. Αν και δεν ήμουν φίλος του αλκοόλ το έκανα. Μου ήταν αδύνατο να της χαλάσω οποιοδήποτε χατίρι. Τα μαύρα μάτια της ήταν η τελευταία μου εικόνα πριν βυθιστώ σε ένα περίεργο ξαφνικό λήθαργο.
  Ξύπνησα μέσα σε απόλυτο σκοτάδι με ένα φρικτό πονοκέφαλο που όμοιο του δεν είχα ξαναζήσει. Έκανα να συγυριστώ και τότε κατάλαβα ότι ήταν αδύνατο. Κάτι κρύο και μεταλλικό κρατούσε ακινητοποιημένα τα χέρια και τα πόδια μου. Πανικοβλήθηκα άρχισα να καλώ σε βοήθεια με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου.
  Το φως άναψε απότομα και εμφανίστηκε εκείνη μα έμοιαζε σα να τη βλέπω πρώτη φορά. Το πρόσωπο της είχε μετατραπεί σε μία παγωμένη μάσκα οργής και μίσους. Το μυαλό μου δε μπορούσε να συλλάβει κάποιο πιθανό σενάριο για το τι συνέβαινε εδώ εκτός εάν, ναι αυτή ήταν η μόνη εξήγηση, είχα πέσει σε ψυχοπαθή. Προσπάθησα λοιπόν παρά τη κατάσταση μου να της μιλήσω με πραότητα και τη παρακάλεσα ήρεμα να με λύσει.
  Εκείνη με πλησίασε και με χαστούκισε δυνατά στο πρόσωπο. Ήταν το αποκορύφωμα. Έχασα εντελώς την αυτοκυριαρχία μου και της είπα ότι ήταν τρελή. Τότε έγινε το αδιανόητο. Έβγαλε κάτω από το τραπέζι ένα όπλο και μου το κόλλησε στο κρόταφο.
  Στη θέα του τρόμου μου άρχισε να γελά υστερικά.Ήταν σίγουρα ψυχοπαθής πλέον δεν είχα τη παραμικρή αμφιβολία. Αυτή ψυχοπαθής και εγώ ανόητος. Σίγουρα όλη η ιστορία με τη ταινία ήταν ψεύτικη και εγώ ενθουσιασμένος από την υψηλή αμοιβή και τα ωραία της μάτια και την εμμονή μου να επισκεφτώ τη γενέτειρα μου η οποία είχε επιστρέψει, για άγνωστο λόγο, στη θέα αυτής της γυναίκας, εντονότερη από ποτέ δε μπήκα καν στο κόπο να το ψάξω ιδιαίτερα.
  Έβγαλε ένα μαχαίρι και άρχισε με αυτό να χαϊδεύει το πρόσωπο μου. Ο πανικός μου αναμφίβολα τη διασκέδαζε. Ύστερα άρχισε να με χαράζει σε διάφορα σημεία. Άφησε το όπλο και πήρε στα χέρια της ένα μπουκάλι οινόπνευμα με το οποίο έβρεχε τις χαραγματιές που άφηνε το μαχαίρι. Τα παρακάλια και τα ουρλιαχτά μου ήταν σα να μην έφταναν στα αυτιά της.
Δε ξέρω και εγώ πόση ώρα κράτησε το μαρτύριο ούτε για πόσες μέρες επαναλαμβανόταν.
  Κάποια στιγμή όλος ο πόνος και η απογοήτευση μου έγιναν θυμός. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ερωτεύθηκα αληθινά μία γυναίκα εντελώς ξαφνικά χωρίς καν να μπω στο κόπο να τη γνωρίσω και αυτό στάθηκε αιτία να περνάω όλο αυτό και αργά ή γρήγορα να πεθάνω γιατί δε νομίζω κάποια στιγμή να με έλυνε, να μου ζητούσε συγνώμη και να ζούσα εγώ καλά και αυτή καλύτερα. Στο άκουσμα των λέξεων «αγάπη και έρωτα» μάνιασε. 


Πέταξε μακριά το μαχαίρι και το οινόπνευμα και όρμησε πάνω μου σα μαινάδα. Με χτυπούσε και με γρατζουνούσε όπου έβρισκε.
  Έπειτα έπεσε στο πάτωμα αποκαμωμένη και άρχισε να μιλά ακατάπαυστα μπερδεμένα. Για μια βεντέτα που σκότωσε το παππού το πατέρα και τα αδέρφια της. Που της έκλεψε την αθωότητα των παιδικών της χρόνων. Τότε όλες οι παιδικές μνήμες, που μάλλον κάποια αμυντική λειτουργία του οργανισμού είχε θάψει στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ξύπνησαν. Οι εικόνες από το θάνατο του πατέρα των θείων και τον αδελφών μου. Η μητέρα μου με έδιωξε μακριά για να γλιτώσω από τη βεντέτα.Η θεία και ο τρόμος της κάθε φορά που της έλεγα ότι ήθελα να επισκεφτώ την Ελλάδα. Η εμμονή της να αλλάξω όνομα. Η ξαφνική είδηση του χαμού ολόκληρης της εναπομείνασας  οικογένειας μου. Μάλλον σκεφτόμουν δυνατά γιατί μου απάντησε γεμάτη πικρία ότι το «ατύχημα» που είχε ξεκάνει τη μάνα και τις αδερφές μου το είχε προκαλέσει η μάνα της.
  Όταν πια σκοτώθηκε και ο μικρότερος αδερφός της ο τελευταίος εναπομείναντας αρσενικός της οικογένειας η μάνα της πνιγμένη από το πόνο αφού είχε θάψει άντρα, αδέλφια, πατέρα και τρία παιδιά αποφάσισε να αγνοήσει τους άγραφους νόμους της βεντέτας που ήθελε της γυναίκες να κρατούν ουδετερότητα. Τις έκαψε ζωντανές μια νύχτα μέσα στο πατρικό μου.
  Σαν έφτασε η ώρα να πεθάνει κάλεσε εκείνη κοντά της. Τη μικρότερη της κόρη που πίστευε ότι της έμοιαζε όσο κανένα από τα παιδιά της και της άφησε ευχή και κατάρα να ψάξει και να βρει το τελευταίο αρσενικό της οικογενείας μου και να το ξεκάνει αλλιώς η ψυχή της και η ψυχή των αδικοχαμένων συγγενών της δε θα ησύχαζε. Ποτέ δε πίστεψε ότι ο μικρός γιός της οικογένειας είχε πεθάνει. Το βράδυ που έκαψε το πατρικό μου πήγε και άνοιξε το τάφο που, τάχα, η μάνα μου με είχε θάψει όταν με έδωσε στην ξαδέρφη της που ζούσε στο εξωτερικό και τότε οι υποψίες έγιναν βεβαιότητα.
  Η ίδια δεν ήξερε τον τρόπο να με βρει στο εξωτερικό περίμενε λοιπόν να μεγαλώσει η κόρη της και να πάρει εκείνη το αίμα πίσω. Πάλι αυτή η φρικτή φράση που στοίχειωνε τα παιδικά μου χρόνια. Μα πλέον δυστυχώς δεν ήταν καθόλου ακατανόητη. Όλο αυτό ήταν άδικο. Τρελό. Οι οικογένειες μας ήταν θεοπάλαβες.
  Διαιώνισαν ένα κακό που έγινε χρόνια πριν, όταν ένας παππούς μου σκότωσε έναν παππού τους, όταν τον έπιασε στο κρεβάτι με η γυναίκα του για να γλιτώσει τη ζωή του γιατί ο απατημένος σύζυγος είχε ήδη τραβήξει πρώτος μαχαίρι. Από τότε, στο όνομα μίας εκδίκησης, που πίσω της δεν άφηνε τίποτα άλλο πέρα από πόνο αίμα και δάκρυα ξεκληρίζονταν δύο οικογένειες. Εγώ στερήθηκα τη πραγματική μου οικογένεια και τη πατρίδα μου και εκείνη την αθωότητα των παιδικών και των εφηβικών της χρόνων με ότι αυτό συνεπαγόταν. Καταδικασμένη να ζει σε ένα μόνιμο πένθος με το σαράκι μια ανόσιας εκδίκησης να τη σιγοτρώει.
  Με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια και μου είπε ότι είμαι γλυκομίλητος, λαοπλάνος. Έτσι σίγουρα θα ήταν και ο παππούς μου που ξελόγιασε τη γιαγιά μου και έγινε αιτία να ξεκινήσει το κακό. Της είπα ότι μπορεί και να χε δίκιο. Μπορεί και να του έμοιαζα .Γιατί  έστω και στο μισό να είχε αγαπήσει ο παππούς μου τη γιαγιά της από ότι είχα αγαπήσει εγώ εκείνον τον δικαιολογούσα για όλα. Ξέσπασε σε νέο κύμα λυγμών και άρχισε πάλι να με χτυπά με μανία. Πλέον ήμουν σίγουρος. Με είχε αγαπήσει και εκείνη.
  Το ίδιο απότομα. Το ίδιο ξαφνικά και ακατανόητα. Και ας ήξερε ποιος ήμουν και ας την είχαν μάθει από παιδί να με μισεί. Δεν ήταν τρελή. Τη μεγάλωσαν με το μίσος της. Το είχαν κάνει εμμονή. Όπως και σε όλη την οικογένεια μου και την οικογένεια της. Τη παρακάλεσα να σταματήσει. Να με λύσει και να τα ξεχάσουμε όλα. Να τα αφήσουμε όλα πίσω μας και να έρθει μαζί μου στην Αμερική.
  Με κοίταξε σα να μη πίστευε αυτά που άκουγε. Μετά από όλα αυτά θέλεις να μείνεις μαζί μου; Σίγουρα το λες για να σε λύσω και μετά ή θα με σκοτώσεις ή θα με παραδόσεις στην αστυνομία. Της είπα πως έκανε λάθος. Μου είπε πως δε με πίστευε μα τα μάτια της έλεγαν άλλα. Τη προέτρεψα να δοκιμάσει. Με έλυσε. Μετά από τόσες μέρες που βρισκόμουν δεμένος εκεί οι χειροπέδες είχαν χαράξει στα άκρα μου πληγές βαθύτερες και από το μαχαίρι της. Αδιαφόρησα. Τη πλησίασα και τη πήρα αγκαλιά. Κούρνιασε μέσα της μαγκωμένη. Δε μου χε ακόμα ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Άλλωστε έτσι την είχαν μάθει.
  Της είπα για ακόμα μία φορά ότι την αγαπούσα. Μου είπε ότι με αγαπούσε και αυτή. Της είπα για ακόμα μία φορά να φύγουμε. Χαμογέλασε και για πρώτη φορά το χαμόγελο έφτασε μέχρι τα μάτια της. Πριν προλάβω όμως να χαρώ σκοτείνιασε πάλι. Άρχισε να πισωπατάει. 

Να λέει πως δεν έχει δικαίωμα να το κάνει αυτό στη μάνα της, στα αδέρφια της, στον πατέρα της. Τη παρακαλούσα να πάψει να τα σκέφτεται αυτά. Της φώναζα πως την αγαπούσα πως μαζί θα κάναμε μία νέα αρχή στην Αμερική και θα τα αφήναμε όλα πίσω μας. Ήταν σα να μη με άκουγε. Με μια απότομη κίνηση έσκυψε και έπιασε το όπλο που είχε αφήσει στο κομοδίνο της. Με σημάδεψε. Μου είπε ότι με αγαπάει. Έπειτα το κόλλησε στο κρόταφο της και πάτησε τη σκανδάλη.
  Με μία τόσο μικρή κίνηση μέσα σε ένα δευτερόλεπτο σκόρπισε τη ζωή της και τη ζωή μου σε εκείνο το δωμάτιο. Το μίσος που της είχε ποτίσει η μητέρα της είχε φωλιάσει τόσο καλά στη καρδιά της που προτίμησε να πεθάνει παρά να δοθεί σε εμένα που, εντελώς αναίτια, την είχαν μάθει ότι έπρεπε να επιθυμεί το θάνατο μου. Η αγάπη της για μένα πρόδιδε στο μυαλό της όλη την οικογένεια της οπότε αφού την έκανε ανίκανη να αφαιρέσει τη ζωή μου προτίμησε να αφαιρέσει τη δική της.
  Δύο νέοι άνθρωποι κατεστραμμένοι επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν ότι έτσι έπρεπε να γίνει γιατί χρόνια και χρόνια πίσω, ένα άλλο ζευγάρι αγαπήθηκε πολύ τόσο, που έγινε αιτία να χαθεί μια ζωή. Μια ζωή που έγινε η αρχή για να χαθούν δεκάδες άλλες. Όχι δε μπορούσα να συνεχίσω μετά από όλα αυτά. Ήταν αδύνατο.
  Ο Άλεν που το πραγματικό του όνομα ήταν Αχιλλέας προσπάθησε να δώσει τέλος στη ζωή του. Δε τα κατάφερε. Για καλό για κακό ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Από τότε παράτησε τη καριέρα του και δε ξαναγύρισε ποτέ στην Αμερική. Ανακατασκεύασε το πατρικό του και μένει εκεί απομονωμένος με μόνη συντροφιά τις σκιές και τα φαντάσματα της Βεντέτας. 

Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Σκηνοθεσία:Αντώνης Μανδρανής 
Ηθοποιοί: Γιάννης Σπαλιάρας
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης





Τα "Ματωμένα Ίχνη" της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με τη προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου