https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΙΧΝΗ: Μία σύγχρονη Μήδεια της Τζένης Κοσμίδου https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Μία σύγχρονη Μήδεια της Τζένης Κοσμίδου


  
 Πολλοί ρωτούν, τι είναι αγάπη. Στο όνομα αυτής της τόσο μικρής λέξης γίνονται θαύματα και εγκλήματα. Γεννιούνται όνειρα και εφιάλτες. Αν ρωτήσεις εκατό διαφορετικούς ανθρώπους θα πάρεις εκατό διαφορετικές  ερμηνείες. Αν ρωτήσεις εμένα θα σου πω ότι αγάπη είναι το απόλυτο δόσιμο.  Η πλήρης παραίτηση του εγώ για το εσύ, αδιαφορώντας αν αυτό είναι ή θα γίνει ποτέ εμείς. Έτσι την αντιλαμβανόμουν εγώ την αγάπη από παιδί και όταν γνώρισα εκείνον, τον έναν, τον μοναδικό, έτσι αποφάσισα να την βιώσω.
  Μικρή κοπέλα ήμουν όταν τον πρωτοαντίκρισα. Αμάθητη από έρωτα, από την ζωή την ίδια. Όχι, δεν υπερβάλω. Στην ηλικία των δεκατριών και με έναν πατέρα που δεν με άφηνε να κάνω βήμα τι να είχα προλάβει να ζήσω; Τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά ενώ εκείνος δεν μου έριξε ούτε δεύτερη. Από εκείνη την στιγμή ζούσα για εκείνον ενώ εκείνος στοιχηματίζω πως αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξη μου. Βλέπεις ερχόταν από την πρωτεύουσα. Εκεί που οι γυναίκες κυκλοφορούν ελεύθερα, γεμάτες φτιασιδώματα. Εγώ άλλο από το σπίτι και τα χωράφια δεν ήξερα και που λεφτά για φτιασιδώματα. Ακόμα όμως και να έβρισκα κάπου τα χρήματα, είμαι σίγουρη, πως ο πατέρας μου θα με έσπαγε στο ξύλο, ακόμα και στην ιδέα κοκκιναδιού στα χείλη μου. Ούτε τη μάνα άφηνε. Έλεγε ότι αυτά ήταν για τις πρόστυχες και αυτός ήθελε να δώσει κορίτσι.  
  Έμπαινε και έβγαινε πια στο σπίτι μας συχνά. Μίλαγε ώρες ατελείωτες με τον πατέρα. Από τα λίγα που μπορούσα να καταλάβω από τις κουβέντες τους ήθελε να τον πείσει να αγοράσει τη γη μας. Ο πατέρας  ήταν ανένδοτος. Βλέπεις αγάπαγε το χώμα περισσότερο και από μένα που ήμουν παιδί του. Από τη μάνα μου σίγουρα. Αυτό στάθηκε αιτία να την χάσουμε. Έγκυος στο δεύτερο παιδί της ήταν όταν την έπιασαν οι πόνοι πρόωρα και τα πόδια της έγιναν κόκκινα από το αίμα. Μάταια παρακάλαγε τον πατέρα να την πάει στο νοσοκομείο στην πρωτεύουσα. Είχε συγκομιδή. Η μόνη υποχώρηση που έκανε ήταν πριν πάει στα κτήματα να περάσει από το σπίτι της μαμής και να της πει ότι η γυναίκα του την χρειαζόταν.
  Ήρθε τρεχάτη η μαμή μα δεν στάθηκε ικανή να σταματήσει το κακό. Η μάνα είχε μια επιπλοκή που της στοίχισε την ζωή της. Αν με ρωτήσεις τι δεν μπορώ να θυμηθώ. Πως θα μπορούσα άλλωστε; Μια σταλιά παιδάκι ήμουν, μα η λέξη επιπλοκή χαράχθηκε για καλά μέσα μου. Τόσο περίεργη λέξη, τόσο όμορφη και όμως στοίχισε δύο ζωές. Τώρα που το καλοσκέφτομαι ίσως να στοίχισε και τρείς. Ίσως αν δεν ήταν αυτή να ήταν και η δική μου ζωή διαφορετική. Ήθελα τόσο ένα αδελφάκι. Δεν με ένοιαζε αν θα ήταν αγόρι ή κορίτσι. Μου έφτανε που θα είχα μια παρέα, μα δεν ήταν αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή μου, όσο ο χαμός της μάνας.
  Η γλυκύτητα και η καλοσύνη της ήταν το αντίβαρο στην σκληρότητα και την καταπίεση του πατέρα. Όταν εκείνος βάραγε εκείνη χάιδευε. Όταν εκείνος με κυνηγούσε, εκείνη ήταν το πιο ασφαλές καταφύγιο. Μιλάω κυριολεκτικά. Δεν ήταν βλέπεις λίγες οι φορές που είχε φάει ξύλο εκείνη αντί για μένα. Όταν την έχασα, έχασα τα πάντα. Έμεινα μόνη και απροστάτευτη στον άγριο κόσμο του πατέρα. Έναν κόσμο γεμάτο κανόνες, φοβέρα, δουλειά, ξύλο και ταπεινώσεις. Μόνη μου παρηγοριά η ανάμνηση από τα παραμύθια που μου έλεγε εκείνη, με τον γαλάζιο πρίγκιπα που θα ερχόταν να με σώσει. Μόλις αντίκρισα τις μαύρες θάλασσες των ματιών του ήμουν σίγουρη ότι ήταν εκείνος.
  Έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να με προσέξει. Όταν ερχόταν σπίτι να μιλήσει με τον πατέρα, φρόντιζα πάντα να τον περιποιούμαι και να επιδεικνύω την νοικοκυροσύνη μου. Προσπαθούσα να είμαι όσο το δυνατόν πιο όμορφη. Μια φορά το παράκανα τόσο που μέχρι και ο πατέρας κάτι κατάλαβε και έγινε έξω φρενών.



  Εκείνη την ημέρα σαν να μην έφτανε η περιποιητικότητα και η συνεχής επίδειξη νοικοκυροσύνης που έκανα κάθε φορά, είχα βάλει και τα Κυριακάτικα ρούχα που φόραγα στην εκκλησία. Τα χαρακτηριστικά του πατέρα είχαν αλλοιωθεί από την οργή, χωρίς τότε να μπορώ να καταλάβω το γιατί. Έδιωξε με μια πρόχειρη δικαιολογία τον ξένο και πριν προλάβει να κλείσει η πόρτα με πέταξε στο πάτωμα και άρχισε να με χτυπάει όπου έβρισκε. Ακόμα θυμάμαι τις πρόστυχες λέξεις με τις οποίες με έλουζε, ενώ οι μπότες και οι γροθιές του έπεφταν με φόρα πάνω μου.  «Ακόμα δεν έσκασες από το αυγό μου θέλεις και κόκορα! Πρόστυχη! Ξεφτιλισμένη!» και αυτά ήταν τα πιο ανώδυνα. Μπορεί και να με είχε σκοτώσει αν από τις φωνές μου δεν ερχόταν η Κατερίνα.
  Η Κατερίνα ήταν η κόρη του γείτονα μας. Μην φανταστείς καμιά μεγάλη γυναίκα, θα ήταν δεν θα ήταν δεκαέξι το πολύ δεκαεπτά. Ο πατέρας της πρέπει να ήταν πολύ πιο ελαστικός από τον δικό μου, αφού την άφηνε να μιλά στον πατέρα στον ενικό. Εγώ αν τόλμαγα να μιλήσω σε μεγάλο στον ενικό, ούτε μπορώ να φανταστώ τι με περίμενε. Εκείνη την μέρα την έβλεπα σαν τον καλό μου άγγελο. Ήρθε με γλίτωσε από τα χέρια του και μου πε να φύγω για λίγο μέχρι να ηρεμήσει. Χωρίς να ξέρω που να πάω το έβαλα στα πόδια και η Κατερίνα έμεινε πίσω.
  Όταν γύρισα ο πατέρας μου ήταν άλλος άνθρωπος. Δεν είχε ίχνος θυμού πάνω του, ίσα - ίσα έδωσε χρήματα στην Κατερίνα και της είπε να με πάει να ψωνίσω δύο καινούργια φουστάνια και ένα ζευγάρι παπούτσια. Έμεινα να τον κοιτάζω σαν χαζή. Από τότε που πέθανε η μάνα γυρνούσα με κουρέλια και αποφόρια άλλων. Δεν ήταν ότι δεν είχε χρήματα, άλλα όπως έλεγε συνήθως, το θεωρούσε πεταμένα λεφτά. Ότι είχε και δεν είχε το επένδυε στην γη.
  Πήραμε το λεωφορείο για να κατέβουμε στην αγορά. Μπορεί να φαίνεται χαζό, αλλά με μιας είχα ξεχάσει και το ξύλο και τις βρισιές. Όλα φάνταζαν μαγικά. Στη διαδρομή γίναμε φίλες με την Κατερίνα. Τόσο που της μίλησα και για εκείνον. Στην αρχή δεν ήθελα φοβόμουν και ντρεπόμουν πολύ αλλά εκείνη που απ’ ότι είπε το είχε καταλάβει, με ενθάρρυνε και σιγά - σιγά ανοίχτηκα και της τα είπα όλα. Όχι μόνο πήραμε τα φορέματα και τα παπούτσια αλλά πήγαμε και μου έκοψαν και τα μαλλιά. Ύστερα με πήρε σπίτι της για να ολοκληρώσει την μεταμόρφωσή μου.
   Μου αραίωσε τα φρύδια, ώστε όπως είπε να φαίνονται τα μάτια μου που χανόντουσαν κάτω από τόσες τρίχες και μου ξύρισε τα πόδια και τις μασχάλες. Για αυτά τα τελευταία είχα πολλές αντιρρήσεις. Φοβόμουν βλέπεις την αντίδραση του πατέρα. Εκείνη όμως με καθησύχασε, λέγοντας πως ο πατέρας είχε δώσει την άδεια του για όλα αυτά. Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το σπίτι μου έβαλε στην τσέπη το πρώτο μου κοκκινάδι. Έμεινα να την κοιτάζω άναυδη. Ήταν αδύνατο ο πατέρας να είχε συμφωνήσει και γι’ αυτό και όμως είχε.
  Ήταν η μέρα των εκπλήξεων αφού όταν μπήκαμε στο σπίτι ο πατέρας δεν ήταν μόνος. Στη μέση του δωματίου στεκόταν εκείνος. Μόλις μπήκαμε στο σπίτι για πρώτη φορά τα μάτια του στάθηκαν πάνω μου. Επιτέλους με είχε δει! Αυτό το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα άξιζε ακόμα και να με σκοτώσει ο πατέρας. Σχεδόν δεν ανέπνεα. Από τη μία η συγκίνηση και το χτυποκάρδι από την άλλη ο φόβος για την καταιγίδα που ήμουν σίγουρη ότι από λεπτό σε λεπτό θα ξεσπούσε. Αντί της καταιγίδας με χτύπησε κεραυνός.
  Ο πατέρας όχι μόνο δεν έγινε έξαλλος αλλά έφυγε για να βοηθήσει την Κατερίνα σε κάποιες δουλειές, για να την ευχαριστήσει, όπως είπε, για όσα έκανε για μένα. Είχα μείνει να τον κοιτάζω αποσβολωμένη όταν φεύγοντας τον άκουσα ,σαν από όνειρο, να μου λέει να περιποιηθώ τον Ηλία μέχρι να γυρίσει. Ώστε Ηλία τον έλεγαν και επιτέλους με είχε προσέξει και ο πατέρας όχι μόνο δεν είχε θυμώσει αλλά με άφηνε μόνη μαζί του, να του κρατήσω συντροφιά και να τον περιποιηθώ.
  Όλα έπειτα έγιναν αυτόματα, κάτω από ένα το μαγικό πέπλο, που έκανε τα πάντα να φαντάζουν παραμυθένια. Η φωνή του ηχούσε σαν μελωδία στα αυτιά μου. Μου ζήτησε έναν καφέ. Τα πόδια μου σχεδόν δεν πατούσαν στην γη. Όταν του τον πήγα άπλωσε το χέρι του να τον πάρει και τα δάχτυλα του άγγιξαν φευγαλέα τα δικά μου. Η ταραχή μου ήταν τόση, που ο καφές κατέληξε στο πάτωμα. Τραύλισα με το ζόρι ένα συγνώμη και έσκυψα να μαζέψω τα γυαλιά, με μάτια έτοιμα να τρέξουν. Τα είχα κάνει θάλασσα. Έσκυψε και εκείνος μαζί μου. Με καθησύχασε με λόγια τρυφερά. Πήρε τα γυαλιά, από τα χέρια μου, για να μην κοπώ και τότε ξέσπασα σε κλάματα στην αγκαλιά του. Αν με ρωτήσεις το γιατί ακόμα και τόσα χρόνια μετά δεν θα ξέρω τι να σου απαντήσω. Τα ρουθούνια μου είχαν γεμίσει από την μυρωδιά του. Ήμουν σίγουρη ότι δεν υπήρχε μεγαλύτερη ευτυχία, από αυτή, που βίωνα εκείνη την στιγμή. Διαψεύστηκα λίγες στιγμές μετά, όταν τα χείλη του σφάλισαν τα δικά μου. Κάπως έτσι άρχισε το όνειρο. Βρισκόμασταν κάθε μέρα, στα κρυφά, για να ανταλλάξουμε φιλιά και ερωτόλογα. Ζούσα την απόλυτη ευτυχία. Μονάχα στην Κατερίνα είχα εμπιστευτεί το μυστικό μου. Χρειαζόμουν ένα σύμμαχο για να καταφέρνω να το σκάω κάθε μέρα από το σπίτι και να συναντώ τον Ηλία. Εκείνη ήταν που βρήκε και την λύση στο πρόβλημά μου.




  Γιατί να βλέπω τον Ηλία λίγες στιγμές κλεφτά όταν μπορώ να ζω μαζί του; Γιατί να μην τον παντρευτώ; Η ιδέα του να γίνω γυναίκα του ξεπερνούσε για μένα κάθε φαντασία. Μου το είχε προτείνει και ο ίδιος, αλλά πώς να πω στον πατέρα μου ότι, σε αυτή την ηλικία, ήθελα γάμο; Σίγουρα είχε αλλάξει πολύ τον τελευταίο καιρό, αλλά κάτι τέτοιο θα τον έκανε σίγουρα έξαλλο. Τότε η Κατερίνα μου πρότεινε το ίδιο που μου χε προτείνει ο Ηλίας. Να τον φέρουμε προ τετελεσμένου γεγονότος. Αν άφηνα τον Ηλία να με κάνει γυναίκα του πριν παντρευτούμε, ο πατέρας μετά δεν θα είχε άλλη επιλογή.
   Ομολογώ πως την πρώτη φορά που το άκουσα έγινα έξαλλη και για πρώτη φορά τον αποπήρα. Η ιδέα της σημαντικότητας της παρθενίας βλέπεις, ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα μου τόσο από τον πατέρα, όσο και από όλο το χωριό. Όταν όμως μου πρότεινε και η Κατερίνα το ίδιο πράγμα, το ξανασκέφτηκα. Για να με συμβουλεύουν το ίδιο, οι δύο άνθρωποι που με αγαπούσαν τόσο, δεν μπορεί παρά να ήταν το σωστό. Έτσι άφησα τον Ηλία να με κάνει δική του.
  Φανταζόμουν αυτή την πράξη ως κάτι πολύ όμορφο και η αλήθεια είναι ότι απογοητεύτηκα λίγο. Η αλήθεια δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είχα πλάσει στην φαντασία μου. Όλα έγιναν για πρώτη φορά σε ένα χωράφι. Όπως καθόμασταν, ο Ηλίας με έσπρωξε πίσω και ξάπλωσε από πάνω μου.
  Ο έντονος πόνος που ένιωσα  και το βάρος του να με πιέζει λες και ήθελε να με σκάσει δεν είχε τίποτα το ρομαντικό, μα έσφιξα τα δόντια και έκανα υπομονή. Αν αυτός ήταν ο τρόπος για να γίνω γυναίκα του και να ζω μαζί του, θα τον υπέμεινα όσες φορές και αν χρειαζόταν.
Αργότερα, όταν το συζήτησα με την Κατερίνα μου είπε, πως μετά από μερικές φορές ο πόνος δεν θα είναι ο ίδιος, αλλά και να ήταν, έπρεπε να κάνω υπομονή. Όπως μου εξήγησε, ο έρωτας ήταν το αντίτιμο που όφειλε να δίνει μια γυναίκα στον άντρα για να την παντρευτεί και να της κάνει παιδί. Έτσι έκανα υπομονή.
  Δεν είχαν περάσει ούτε λίγες μέρες, όταν μας έπιασε επ’ αυτοφώρω ο πατέρας μέσα στο αγροτικό του Ηλία. Ευτυχώς που βρέθηκε εκεί κοντά η Κατερίνα, αλλιώς, πάνω στον θυμό του, τον είχα ικανό να μας σκοτώσει και τους δυό. Τελικά αυτή η κοπέλα ήταν σίγουρα ο καλός μου άγγελος. Αφού ησύχασε τα πνεύματα είπε, στον Ηλία, να περάσει το βράδυ από το σπίτι, που θα είχε ηρεμήσει ο πατέρας, για να συζητήσουν τα του γάμου, αφού όπως είχαν έρθει τα πράγματα άλλη λύση δεν υπήρχε.
  Με καθησύχασε και με πήρε σπίτι της για να με ετοιμάσει. Όταν τελείωσε και είδα το είδωλο μου στον καθρέφτη δεν πίστευα στα μάτια μου. Πρώτη φορά ήμουν τόσο όμορφη. Όταν πήγαμε σπίτι ο πατέρας ήταν ήρεμος. Λίγο αργότερα ήρθε και ο Ηλίας. Συμφώνησαν να παντρευτούμε δύο Κυριακές μετά.
  Πριν προλάβω να το καταλάβω η ευλογημένη μέρα είχε φτάσει. Αυτή η τόσο ξεχωριστή μέρα για την ζωή κάθε γυναίκας. Φάνταζαν όλα μαγικά. Το νυφικό, η εκκλησία, τα λόγια του παπά. Οι πρώτες μέρες κύλησαν όμορφα και ήρεμα. Απολάμβανα την καινούργια μου ζωή. Το καινούργιο μου σπίτι και την χαρά του να ζω με τον πρίγκιπα των ονείρων μου. Οι φωνές, οι βρισιές και οι κακουχίες που αποτελούσαν καθημερινότητα στο πατρικό μου, φάνταζαν πια παρελθόν. Δυστυχώς, όπως είχα ακούσει την μάνα μου να λέει κάποτε, όλα τα καλά είναι καταδικασμένα να κρατούν λίγο.



  Ήταν πάλι Κυριακή μόλις μια εβδομάδα μετά τον γάμο, όταν μετά από πρόσκληση του Ηλία, ο πατέρας ήρθε στο σπίτι για φαγητό. Άρχισαν να συζητούν πάλι για τα κτήματα, που είχαν σταθεί αφορμή να τον γνωρίσω, και μέσα σε λίγα λεπτά η συζήτηση μετατράπηκε σε καυγά. Ο Ηλίας απαιτούσε ο πατέρας να του γράψει τα κτήματα, αφού όπως του είχε πει όταν του είχε προτείνει να τα αγοράσει, ήταν προίκα μου.
Ο πατέρας πάλι με ψυχρή φωνή του απάντησε, πως όταν έκαναν αυτή τη συζήτηση, δεν φανταζόταν ότι θα παντρευόμουν τόσο σύντομα.
  Τα είχα κυριολεκτικά χαμένα. Αυτόν τον Ηλία, τον σκληρό, τον απόλυτο, δεν τον ήξερα. Δεν φανταζόμουν καν ότι υπήρχε. Ο πατέρας του έκανε ξεκάθαρο, πως η συμπεριφορά του, απέναντι στον ίδιο και στο σπίτι του ήταν ανέντιμη. Τον κατηγόρησε ότι εκμεταλλεύτηκε την απειρία και την ανοησία μου μόνο και μόνο για να βάλει στο χέρι τα κτήματα και τότε ο Ηλίας του αντιγύρισε ότι και εκείνος, με την σειρά του, χρησιμοποίησε τα κτήματα, για να με ξεφορτωθεί εκείνος και να με φορτωθεί αυτός. Δεν άντεχα να ακούσω άλλο. Αυτό ήμουν λοιπόν και για τους δύο; Ένα βάρος; Έφυγα κλαίγοντας για την κρεβατοκάμαρά μου.  Κανείς από τους δύο  δεν έδειξε, όμως, να το προσέχει.
  Πρέπει να είχε περάσει πάνω από μια ώρα όταν τελικά άνοιξε η πόρτα. Στο κατώφλι της στεκόταν ένας Ηλίας αγνώριστος. Άγριος και σκληρός. Χωρίς να πει τίποτα, έπεσε πάνω μου σαν ζώο, κάνοντάς  με δική του με τον πιο πρόστυχο και βάναυσο τρόπο. Λες και προσπαθούσε να ξεσπάσει την απογοήτευσή του πάνω στο κορμί μου. Λες και υπεύθυνη γι’ αυτήν ήμουν εγώ. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν για μέρες, χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί, ώσπου αποφάσισα να μοιραστώ το πρόβλημα μου με την Κατερίνα.
  Εκείνη τότε με συμβούλεψε να υποκύπτω, αδιαμαρτύρητα στις ορέξεις του, γιατί όλα θα άλλαζαν μόλις έμενα έγκυος. Ώστε αυτό επεδίωκε λοιπόν; Αυτή η συνειδητοποίηση γέμισε και πάλι την ψυχή μου χαρά, μόνο που δεν μπορούσα να καταλάβω, γιατί έπρεπε να επιδιώκει κάτι τόσο όμορφο, με τόσο βάναυσο τρόπο. Η Κατερίνα τότε μου είπε, πως η γυναίκα πρέπει να υπακούει τον άντρα της και να συμμορφώνεται στις επιθυμίες του, άσχετα με το αν μπορεί να τις κατανοήσει. Έτσι και έκανα, ώσπου ήρθε η ευλογημένη στιγμή, που μάθαμε ότι είμαι έγκυος. Η χαρά μου δεν περιγραφόταν. Η στάση του Ηλία  άλλαξε με μιας.
   Έγινε πάλι γλυκός και τρυφερός και έπαψε να με κάνει δική του, από φόβο, μην βλάψει το παιδί μας. Καλέσαμε τον πατέρα για φαγητό για να του ανακοινώσουμε τα νέα. Ήρθε μαζί με την Κατερίνα και ας μην την είχαμε καλέσει. Ο Ηλίας την κοίταζε, καθώς πέρναγε το κατώφλι μας στο πλευρό του πατέρα, με απορία. Εγώ δεν απορούσα καθόλου. Προφανώς ο πατέρας ήθελε να την ευχαριστήσει, με αυτόν τον τρόπο, για όσα είχε κάνει για μένα.
   Στο τραπέζι τους ανακοινώσαμε το ευτυχές γεγονός. Έδειξαν να χαίρονται πολύ. Τότε ο πατέρας είπε κάτι που στα αυτιά μου φάνταζε εντελώς αδιανόητο. Μας είπε ότι είχε και εκείνος κάτι ευχάριστο να μας ανακοινώσει. Την ερχόμενη Κυριακή θα παντρευόταν την Κατερίνα. Στο άκουσμα της είδησης ο Ηλίας συννέφιασε, αλλά το σοκ μου ήταν τόσο μεγάλο, που ήταν αδύνατο να ασχοληθώ μαζί του. Η Κατερίνα ήταν μόλις λίγα χρόνια μεγαλύτερη από εμένα, ενώ τα μαλλιά του πατέρα ήταν ψαρά. Είχε ζήσει από κοντά τον βίαιο και απότομο χαρακτήρα του. Πως ήταν λοιπόν δυνατόν να θέλει να περάσει την ζωή της μαζί του;
  Όταν πήγαμε στην κουζίνα, να φέρουμε το γλυκό, της είπα όλα όσα είχα στο μυαλό μου. Εκείνη με καθησύχασε λέγοντας μου, πως σε εκείνην ο πατέρας φερόταν αλλιώτικα. Άλλωστε για αυτό τον είχε ερωτευτεί. Από την στιγμή που εκείνη το ήθελε, εμένα μου περίσσευε. Μου άρεσε που θα γινόμασταν και επισήμως οικογένεια. Άλλωστε ήταν πάντα η καλή μου νεράιδα. Σήμερα γελάω με πικρία, όταν θυμάμαι, πόσο ευκολόπιστη έχω υπάρξει στην ζωή μου. Το κατάλαβα λίγους μήνες μετά.
  Γέννησα ένα όμορφο κοριτσάκι και λίγο μετά η Κατερίνα έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγοράκι. Όλο αυτό τον καιρό ο Ηλίας ήταν λιγομίλητος και σκυθρωπός, μα πάντα ευγενικός και περιποιητικός. Μέχρι εκείνη την ημέρα. Κυριακή πάλι. Λες και είχε βάλει ο θεός σημάδι μια Κυριακή να φέρνει μόνιμα τα πάνω κάτω στην ζωή μου.
  Μπήκε στο σπίτι σε έξαλλη κατάσταση. Άδικα τον παρακαλούσα να μην φωνάζει για να μην ξυπνήσει το μωρό. Αδιαφορούσε, τόσο για τον φόβο που προκαλούσε στην κόρη μας, όσο και για τον πόνο που προκάλεσε, λίγο αργότερα, σε μένα με τα πικρά του λόγια.  Όλα είχαν γίνει για τα κτήματα. Μονάχα αυτά ήθελε από την αρχή. Εγώ ήμουν αναγκαίο κακό. Ένα βάρος που έπρεπε να επωμιστεί. Βάρος ήμουν και για τον πατέρα μου, που έστησε ολόκληρη πλεκτάνη, με την Κατερίνα, για να με ξεφορτωθούν και να κάνουν την ζωή τους. Με δάκρυα στα μάτια τον ρώτησα, γιατί ήθελε να κάνουμε παιδί, αφού ήταν έτσι. Τότε με πληροφόρησε, ότι αδιαφορούσε, τόσο για το παιδί, όσο και για μένα. Μόνο τα κτήματα τον ένοιαζαν. Το παιδί το έκανε, μόνο και μόνο, γιατί ο πατέρας είχε πει, πως θα του μεταβίβαζε τα κτήματα, αφού  κάναμε παιδί ,μα και αυτό δεν ήταν παρά άλλο ένα τέχνασμα, για να τον δέσει μαζί μου. Σήμερα τον πληροφόρησε πως τα κτήματα θα τα κράταγε για τον καινούργιο του γιο, που θα είχε και το όνομα του και με αυτά τα λόγια βρόντηξε την πόρτα πίσω του και έφυγε φουρκισμένος.



  Με το παιδί στην αγκαλιά έφτασα κλαίγοντας στο πατρικό μου, θέλοντας να μάθω την αλήθεια. Ο πατέρας έλειπε. Με υποδέχτηκε μια Κατερίνα αγνώριστη. Παγερή. Μου είπε πως εγώ είχα φτιάξει την ζωή μου και το σπίτι μου, άρα ο πατέρας μου πλέον είχε υποχρεώσεις μονάχα απέναντι στον γιό που είχε κάνει μαζί της. Σχεδόν με εδίωξε. Από τότε δεν ξανάδα από κοντά ούτε αυτήν, ούτε τον πατέρα και τον αδελφό μου. Μια δυό φορές, που προσπάθησα, δεν μου άνοιξαν καν την πόρτα. Όσο για τον Ηλία, η ζωή δίπλα του, από όνειρο, μετατράπηκε σε εφιάλτη.
  Δεν έχανε ευκαιρία να με ταπεινώσει και να μου χτυπήσει πως τον ξεγελάσαμε οικογενειακώς για να με φορτωθεί. Με απατούσε με ότι θηλυκό φορούσε φούστα και δεν έκανε καν τον κόπο να το κρύψει. Αφιέρωσα όλη μου την ζωή στην κόρη μας και στο να φροντίζω το σπίτι, έχοντας την χαζή ελπίδα, πως κάπως έτσι θα κατάφερνα να τον κάνω να με αγαπήσει και να ξαναγίνει πάλι ο άντρας, με τα τρυφερά λόγια και την μελωδική φωνή, που είχα αγαπήσει. Μπορεί να ακούγεται άρρωστο, αλλά τον αγαπούσα ακόμα. Ακόμα και όταν μεθυσμένος έφερνε τις ερωμένες του στο σπίτι και εγώ κρυβόμουν, μαζί με την μικρή, στο δωμάτιο της, για να μην ακούμε τα βογκητά τους, δεν έπαυα ούτε στιγμή να τον αγαπώ.
  Έτσι πέρασαν όλα τα νιάτα μου με τον πόνο και την δυστυχία να αυλακώνουν πρόωρα το πρόσωπο μου, χωρίς όμως να ναι ικανά να σβήσουν, έστω και στο ελάχιστο, την αγάπη μου για εκείνον. Η κόρη μας πια είχε γίνει ολόκληρη γυναίκα. Όμορφη μα λιγομίλητη και σχεδόν πάντα μελαγχολική. Η στάση της μου έκανε φοβερή εντύπωση. Άσχετα με το πώς φερόταν σε εμένα ο Ηλίας σε εκείνη φερόταν τρυφερά. Ήταν, όπως συνήθιζε να λέει, η πριγκίπισσά του και δεν της χαλούσε κανένα χατίρι.
  Ακόμα και στο θέμα του γάμου δεν την είχε πιέσει. Η Άννα μου ούτε να ακούσει ήθελε για γάμο και ας έκλεινε σε λίγο τα τριάντα πέντε. Θα μου πεις, βλέποντας την συμπεριφορά του πατέρα της απέναντι μου, πώς να θέλει. Πονούσε η ψυχή μου όμως, να ακούω το χωριό να την λέει γεροντοκόρη. Θα μπορούσαμε βέβαια να της βρούμε ένα γαμπρό από μακριά, που να μην ξέρει τα χρόνια της, έδειχνε άλλωστε πολύ μικρότερη. Δεν ήθελε ούτε να το ακούσει και τα περιθώρια στένευαν πια, αφού ήταν θέμα ήδη, αν θα μπορούσε να κάνει παιδί. Δυστυχώς διέψευσε τους φόβους μου με τον χειρότερο τρόπο.
  Ένα μεσημέρι μου είπε πως ήταν έγκυος. Χάρηκα αφάνταστα. Τι και αν είχε βιαστεί και είχε μείνει έγκυος πριν τον γάμο; Άλλωστε και εγώ το ίδιο δεν είχα κάνει; Την ρώτησα ποιος ήταν ο πατέρας και πότε θα ερχόταν να την ζητήσει, για να πάρω μια απάντηση, που έκανε το αίμα μου να παγώσει. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν ο πατέρας, γιατί δεν σκόπευε να τον παντρευτεί. Θα κρατούσε το παιδί μόνη της. Με έπιασε υστερία. Κάτι τέτοιο ήταν ανήκουστο για την μικρή μας κοινωνία, αλλά αφού είχε την σύμφωνη γνώμη του πατέρα της η δική μου περίσσευε.  
  Άλλωστε πήγαινε πολύ καιρός από την τελευταία φορά που η Άννα μου είχε δώσει σημασία. Δεν είχα καταλάβει πότε, το μικρό και τρυφερό μου κοριτσάκι, είχε μεταμορφωθεί σε μια παγερή γυναίκα που με αντιμετώπιζε με απάθεια πολλές φορές και με εχθρότητα, λες και της είχα κάνει κάποιο κακό που αγνοούσα. Με τα χρόνια κατέληξα στο συμπέρασμα, πως σίγουρα είχα κάποιο ελάττωμα που δεν μπορούσα να αντιληφθώ. Κάτι που έκανε όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, να με αντιπαθούν και να με βλέπουν εχθρικά.
  Οι μήνες πέρασαν γοργά και η Άννα μου έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Χαλάλι οι ατέλειωτοι καυγάδες μας, στην προσπάθεια μου να την πείσω να μου αποκαλύψει το όνομα του πατέρα, για να τον αναγκάσουμε να την παντρευτεί. Χαλάλι και τα κουτσομπολιά του χωριού που μήνες τώρα έδιναν και έπαιρναν. Αυτό το μικρό αγγελούδι άξιζε τα πάντα.
   Ο ερχομός  του γέννησε στο στήθος μου την ελπίδα, που για χρόνια είχα χάσει. Αυτό το πλάσμα θα το μάθαινα να μ’ αγαπάει.  Τόσο, όσο δεν με αγάπησε ο πατέρας μου, ό άντρας μου, που συνέχιζα να λατρεύω παρά την άθλια ζωή που μου πρόσφερε και η Άννα μου, που την έβγαλα μέσα από τα σπλάχνα μου. Δεν ξεκολλούσα από δίπλα του τόσο που καλά -καλά ούτε την Άννα που ήταν μητέρα του δεν άφηνα να το αγγίξει. Αυτό στάθηκε και αιτία για εκείνο τον φοβερό καυγά που έμελλε να στοιχίσει τόσο σε όλους μας.
  Η μικρή πεινούσε, της ετοίμασα το γάλα της και πήγα να την ταΐσω, όταν η Άννα μου πέταξε το μπουκάλι από τα χέρια, ουρλιάζοντας ότι είμαι μια υποκρίτρια. Είχα συνηθίσει τα ξεσπάσματά της και χωρίς να δώσω μεγάλη σημασία μάζεψα τα γυαλιά και πήγα να ετοιμάσω καινούργιο γάλα. Με ακολούθησε συνεχίζοντας να ουρλιάζει σαν μανιασμένη μαινάδα, λούζοντάς με, με παράλογες βρισιές και κατηγορίες. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν μου πε ότι δεν αγαπούσα το παιδί. Ο μόνος λόγος που το φρόντιζα, ήταν για να το χρησιμοποιήσω όπως έκανα και με εκείνη. Ε αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Την είπα αχάριστη και απαίτησα να μου πει πότε την χρησιμοποίησα, που είχε φτάσει τόσο χρονών και δεν την είχα αφήσει να πιάσει ένα πράγμα από δω και να το πάει εκεί. Έχοντας χάσει κάθε έλεγχο, της είπα ότι ήταν η τελευταία που θα μπορούσε να κρίνει την στάση μου, ως μάνα, αφού εγώ τουλάχιστον δεν της είχα στερήσει τον πατέρα. Μετάνιωσα για τα λόγια μου, την ίδια στιγμή, που τα ξεστόμιζα. Άσχετα με τον τρόπο που μου συμπεριφερόταν, ήταν παιδί μου και την αγαπούσα. Το τελευταίο που ήθελα ήταν να την πληγώσω. Στην λέξη πατέρας η Άννα ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο.



  Επαναλάμβανε συνέχεια τη λέξη πατέρας  και το γέλιο της ήταν αληθινά τρομαχτικό. Αφού ξέσπασε με κοίταξε με τόση κακία, που χωρίς να το καταλάβω, τα μάτια μου βούρκωσαν. Γέλασε πάλι, με πικρία αυτή τη φορά και έπειτα μου είπε σαν να με έφτυνε καταπρόσωπο.
«Ωραίο πατέρα μου διάλεξες αλήθεια! Σου αξίζουν συγχαρητήρια!» Βουρκωμένη της είπα ότι άσχετα με το πώς φερόταν σε εμένα, εκείνης της είχε προσφέρει τα πάντα. Ρούχα, παπούτσια, παιχνίδια, ελευθερία… Μα πριν προλάβω να ολοκληρώσω την φράση μου την άκουσα να συμπληρώνει. «Και γεμάτα βράδια».
Την κοίταξα με απορία. Μου ήταν αδύνατο να καταλάβω τι εννοούσε. Η στάση μου την εξαγρίωσε ακόμα περισσότερο.
  «Σταμάτα να με κοιτάς με αυτό το ηλίθιο βλέμμα! Τι θέλεις; Να με πείσεις ότι τόσα χρόνια δεν έχεις καταλάβει τίποτα;»
Συνέχιζα να την κοιτάζω, γιατί πραγματικά, ούτε τόσα χρόνια, ούτε εκείνη την στιγμή μπορούσα να καταλάβω, τι ήταν αυτό που εννοούσε.
  «Άδικα προσπαθείς! Δεν με πείθεις πια! Είμαι σίγουρη ότι καιρό τώρα τα ξέρεις όλα! Ίσως να το ήξερες και από την αρχή και να μην μίλαγες γιατί σε βόλευε!»
«Με βόλευε τι Άννα; Επιτέλους μίλα ξεκάθαρα!»
«Σε βόλευε να πηδάει εμένα ο άντρας σου, ώστε να μην φορτώνεται σε εσένα, αλλά να μην κουβαλάει και ξένες τσούλες και τον τυλίξει καμιά και χάσεις τον πρίγκιπά σου!» Αυτό που μόλις είχα ακούσει ,δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μου. Είχα καταλάβει ότι η κόρη μου με αντιπαθούσε, αλλά να φτάσει στο σημείο να λέει τέτοια φρικτά ψέματα, για τον ίδιο της τον πατέρα ήταν άρρωστο. Ο Ηλίας μπορεί να ήταν ότι ήταν, αλλά δεν θα έκανε ποτέ τέτοιο πράγμα στο ίδιο του το αίμα.
«Παιδί μου τι αρρωστημένα ψέματα είναι αυτά που λες; Με μισείς τόσο πολύ που προκειμένου να με πληγώσεις, δε διστάζεις να…»
«Ψέματα; Είναι δυνατόν να είσαι τελικά τόσο ηλίθια, ώστε να μην έχεις καταλάβει τίποτα, τόσο καιρό; Γιατί ο άντρας σου έπαψε να φέρνει ερωμένες στο σπίτι αφού μεγάλωσα; Γιατί δεν με πίεσε ποτέ να παντρευτώ; Γιατί δεν επέμεινε να μάθει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού μου; Γιατί τον ήξερε! Γιατί το παιδί είναι δικό του!»
  Είπε και άλλα πολλά μα εγώ είχα πάψει από ώρα να ακούω. Τα αυτιά μου βούιζαν , τα μάτια μου είχε θολώσει και το μυαλό μου γύριζε. Μέσα σε μια στιγμή όλη η τεράστια αγάπη που είχα για τον Ηλία, όλα αυτά τα χρόνια, μετατράπηκε σε μίσος. Άσβηστο. Αβυσσαλέο. Είχα ανεχτεί τα πάντα χωρίς να πάψω να τον αγαπώ, ούτε στο ελάχιστο. Φρόντιζα να του βρίσκω δικαιολογίες. Πίστευα πως κατά βάθος ήταν ένας καλός άνθρωπος που απλά είχε χάσει τον δρόμο του, να όμως που αποδεικνυόταν ένα δίποδο, αρρωστημένο τέρας.  Ένα ελεεινό υποκείμενο, ανίκανο να αγαπήσει και να σεβαστεί ακόμα και το ίδιο του το παιδί.  
  Αλλά και εγώ τι σόι μάνα ήμουν που δεν μπόρεσα να καταλάβω; Να προλάβω το κακό πριν καν συμβεί; Να την προστατέψω; Μα πως; Πλέον ήμουν πεπεισμένη πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ικανός για όλα. Αν ένιωθε ότι θα στεκόμουν εμπόδιο, ακόμα και τώρα στο αρρωστημένο πάθος του, δεν θα το είχε σε τίποτα να με βγάλει από την μέση και τότε η Άννα μου θα ήταν και πάλι απροστάτευτη. Όχι μόνο η Άννα ακόμα και η μπέμπα αν μεγάλωνε λίγο. Δεν δίστασε με το ένα του παιδί, γιατί να διστάσει με το άλλο που ήταν παιδί και εγγόνι μαζί.
  Άδειασα το στομάχι μου στο πάτωμα μα και πάλι καλύτερα δεν ένιωσα. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο, να τον σταματήσω. Κατέστρεψε την δική μου ζωή. Κατέστρεψε την ζωή της Άννας μου. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να καταστρέψει και την μπέμπα μας. Πως όμως τάχα θα μπορούσα να τον σταματήσω. Ήταν τόσο δυνατός και εγώ τόσο αδύναμη. Αν τις έπαιρνα και έφευγα; Άδικος κόπος. Χωρίς χρήματα δεν θα φτάναμε και πολύ μακριά. Θα ήταν θέμα χρόνου για εκείνον να μας ανακαλύψει και τότε μας περίμεναν τα χειρότερα.
  Θεέ μου έφτιαξες τον κόσμο τόσο μεγάλο και να τώρα εμείς κατατρεγμένες, να μην έχουμε πουθενά να κρυφτούμε εκτός… Μα βέβαια. Μονάχα αυτός θα μπορούσε να μας προστατέψει. Άλλωστε χρόνια τώρα ήταν ο μόνος στον οποίον συνέχιζα να πιστεύω. Δεν ήταν εύκολη απόφαση, μα δεν υπήρχε και άλλη λύση. Βάδισα, με αργά βήματα, στην κουζίνα να ετοιμάσω το γάλα της μπέμπας. Ξαφνικά ένιωθα πολύ γερασμένη ακόμα και γι’ αυτά τα λίγα βήματα. Η Άννα μου, που ακόμα έτρεμε από την σύγχυση, μου ζήτησε να της φτιάξω ένα τσάι.
   Την είχα έτσι μαθημένη, που ακόμα και μετά απ’ όσα είχε ξεστομίσει, το θεωρούσε υποχρέωσή μου. Μα πως μπορούσα να την κατηγορήσω για το οτιδήποτε μετά από όλα αυτά που είχε περάσει. Έφτιαξα πρώτα το γάλα της μπέμπας να κρυώνει και έπειτα δύο κούπες τσάι, μια για μένα μια για εκείνη. Άνοιξα το ντουλάπι, έβγαλα το ποντικοφάρμακο και έβαλα πρώτα στο μπιμπερό και έπειτα στις δύο κούπες. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Άλλο ασφαλές καταφύγιο. Έριξα κάμποση ζάχαρη για να σκεπάσω το δηλητήριο. Τα πήρα και πήγα στο σαλόνι.
  Παρακολουθούσα σκυθρωπή την Άννα μου και την μπέμπα να καταπίνουν λαίμαργα την σωτηρία τους. Αθώες. Ανυποψίαστες. Αφού βεβαιώθηκα ότι το ήπιαν όλο, ήπια την δική μου κούπα με δύο γουλιές. Η τελευταία μου σκέψη ήταν προσευχή σε εκείνον. Να συγχωρέσει το αμάρτημα μου, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχα άλλο τρόπο να τις προφυλάξω και να μην μου τις στερήσει στην μεταθανάτιο ζωή.
  Τα τρία άψυχα σώματα ανακάλυψε, μετά από αρκετές ώρες, ο Ηλίας. Γνωρίζοντας στο χωριό για τις πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις του και την υπερβολική αγάπη που έτρεφε γι’ αυτόν η γυναίκα του, υπέθεσαν πως αυτοκτόνησε, αφού σκότωσε την κόρη και την εγγονή τους για να τον εκδικηθεί. Τα ίδια πάνω κάτω έγραψαν και οι εφημερίδες της εποχής, χαρακτηρίζοντας την σύγχρονη Μήδεια. Το πλήγμα ήταν ήδη μεγάλο, για την μικρή κοινωνία του χωριού. Έτσι ακόμα και αν κάποιοι υποψιάζονταν ,ως έναν βαθμό, τον πραγματικό λόγο που οδήγησε την γυναίκα του Ηλία σε αυτή την αποτρόπαια πράξη, προτίμησαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Έτσι η αλήθεια θάφτηκε όπως συνηθίζεται να γίνεται όταν δεν μπορεί να την αντέξει η κοινή γνώμη.


Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Ηθοποιοί: Άννα Βαγενά (αποσπάσματα από την παράσταση της «Ο Γάμος»
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Φωτογράφηση: Ivalina Dakova
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης




Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου