https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΙΧΝΗ: Σκοτεινός Πατέρας της Τζένης Κοσμίδου https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Σκοτεινός Πατέρας της Τζένης Κοσμίδου




  Κοινωνία, οικογένεια και πρότυπα. Αξίες και έννοιες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική παράδοση, ιδίως στην ελληνική επαρχία. Άπαξ και έπιασες τα τριάντα πρέπει να παντρευτείς, να κάνεις οικογένεια. Δεν έχει σημασία αν θα κάνεις σωστή επιλογή, αν ο γάμος θα κρατήσει ή αν εσύ, η γυναίκα σου και τα παιδιά που θα φέρετε στον κόσμο, θα είναι ευτυχισμένα. Αυτά είναι λεπτομέρειες. Το σημαντικό είναι να παντρευτείς. Να μην λένε τα σόγια, να μην σχολιάζουν οι γείτονες.
  Η δική σου θέληση δεν έχει καμία σημασία. Το να είσαι ανύπαντρος, ιδίως όταν δεν κάνεις γελοία επίδειξη του ανδρισμού σου, πηγαίνοντας με την μία και την άλλη, στη δική μας μικρή κοινωνία ήταν κατακριτέο. Ήταν λόγος για να γίνεσαι το επίκεντρο των ανιαρών συζητήσεων, σε σπίτια και καφενεία. Ο λόγος που άσχετα με τη μόρφωση η τα υπόλοιπα προσόντα σου οι γονείς σου αισθάνονταν άσχημα και οι φίλοι και οι συγγενείς ένιωθαν αμηχανία.
  Η οικογένεια μου ήταν κλειστή και πατριαρχική, όπως οι περισσότερες οικογένειες που ήξερα. Ο πατέρας μου ήταν ένας παραδοσιακός άντρας της περιοχής. Δούλευε σκληρά, για να μην λείψει τίποτα από την οικογένειά του. Είχε όμως την απαίτηση η θέλησή του να είναι νόμος. 
  Είτε αυτό σήμαινε πως η μητέρα μου ήταν υποχρεωμένη να δέχεται τις απιστίες του, γιατί αφού δεν έλειπε τίποτα από το σπίτι, σαν άντρας είχε και αυτός το δικαίωμα να κάνει τα δικά του, είτε να ελέγχει απόλυτα την δική μου ζωή.
  Θα ήμουν δεν θα ήμουν δώδεκα όταν με πήρε να με πάει σε ένα σπίτι στην πρωτεύουσα του νομού, που όπως μου πε θα με έκαναν άντρα. Μόλις μπήκα σε εκείνο το δωμάτιο ένιωσα αποστροφή. Ανέδυε φτήνια από κάθε του χιλιοστό. Τον έρωτα τον φανταζόμουν ως κάτι ιδιαίτερο. Πως θα μπορούσα να τον γνωρίσω σε ένα τόσο άθλιο μέρος; Το δωμάτιο δυστυχώς ήταν το λιγότερο άσχημο εκείνης της μέρας.
  Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα εκείνη η γυναίκα, η αποστροφή μου μετατράπηκε σε φόβο και αηδία. Το πρόσωπό της, οι κινήσεις της, δεν είχαν τίποτα τρυφερό. Με αποπήρε που δεν ήμουν γδυμένος και έτοιμος, γιατί είχε κόσμο πολύ που την περίμενε. Ξάπλωσε στο κρεβάτι άνοιξε τα πόδια της και περίμενε, χωρίς να δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον. Εγώ είχα μαρμαρώσει και δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Ξάφνου η πόρτα άνοιξε και μπήκε τρέχοντας ένα κοριτσάκι, φωνάζοντας τη μαμά του. 
  Θα ήταν δεν θα ήταν τριών χρονών. Σηκώθηκε αγαναχτισμένη και αφού πέταξε κυριολεκτικά την μικρή, σε ένα ξεχαρβαλωμένο πάρκο, που βρισκόταν στο δωμάτιο, βρίζοντας μου ξεκούμπωσε το παντελόνι. Το θέαμα που αντίκρισε, την έκανε να οργιστεί ακόμα περισσότερο. Ήταν βλέπεις αδύνατο με όλα αυτά που συνέβαιναν εκεί  μέσα και τα πελώρια μάτια της μικρής που έστεκαν, γεμάτα δάκρυα, καρφωμένα πάνω μου, να αισθανθώ την οποιαδήποτε διέγερση. Άρχισε να με μαλάζει και να με ζουλάει λες και ήθελε να με συνθλίψει. Μη βλέποντας το αποτέλεσμα που περίμενε έγινε έξαλλη και με πέταξε έξω πριν καν προλάβω να κουμπωθώ, κάνοντας μία σκηνή, που με έκανε να κοκκινίσω μέχρι τις ρίζες των μαλλιών μου και αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή των δεινών μου.



  Ο θυμός της πόρνης, ούτε στο ελάχιστο δεν μπορούσε να συγκριθεί με την οργή του πατέρα μου. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ μου έτσι, ιδίως με εμένα που σαν το μόνο αγόρι της οικογένειας ήμουν και η αδυναμία του. Για πρώτη φορά στα δώδεκα μου χρόνια, με χτύπησε και αν με ρωτήσεις ακόμα και τόσα χρόνια μετά δεν μπορώ να καταλάβω, με πόνεσαν περισσότερο τα χτυπήματά του ή οι βρισιές και οι προσβολές  που ξεστόμισε.
  Από εκείνη την μέρα  βάλθηκε να με κάνει άντρα, κατά τα δικά του πρότυπα. Σχεδόν κάθε βράδυ, έστελνε την μητέρα μου και τις αδελφές μου για ύπνο και με ανάγκαζε να βλέπω ταινίες πορνό ή εικόνες γυμνών γυναικών σε προστυχοπεριοδικά. Κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία με έπαιρνε και με πήγαινε σε εκείνο το σπίτι. Όσο το σώμα μου, αρνιόταν να αντιδράσει σύμφωνα με την θέληση του, τόσο η οργή του μεγάλωνε.
  Αν και πατέρας μου, του ήταν αδύνατο να καταλάβει πως επειδή ήμουν γιός του, δεν σήμαινε πως μας άρεσαν τα ίδια πράγματα. Όταν λίγο καιρό, πριν με πάει για πρώτη φορά, σε εκείνο το άθλιο σπίτι, είχα αρχίσει να εξερευνώ το σώμα και την σεξουαλικότητα μου, λειτουργούσα γιατί φανταζόμουν πράγματα εντελώς διαφορετικά.
  Κοπέλες τρυφερές, κοντά  στην ηλικία μου, με ωραία μυρωδιά, γλυκά λόγια και χάδια. Με τίποτα αυτές οι φαντασιώσεις δεν μπορούσαν να συγκριθούν, με την σκληρή πραγματικότητα που ήθελε να μου επιβάλλει. Οι γυναίκες που με υποχρέωνε να βλέπω στις ταινίες και στα περιοδικά ήταν πολύ μεγαλύτερες μου, πρόστυχες και αποκρουστικές. Ίδιες με τη  γυναίκα σε εκείνο το σπίτι, που κάθε Κυριακή που με αντίκριζε, δεν έκρυβε λεπτό την δυσφορία της. Βλέπεις, η αδυναμία μου να ανταπεξέλθω, πρόσβαλε την επαγγελματική της αξιοπρέπεια.  Ακόμα και έτσι όμως να μην ήταν, θα μου ήταν αδύνατο να λειτουργήσω, έχοντας σχεδόν πάντα τα γεμάτα απορία και πόνο μάτια της κόρης της, που ήταν σχεδόν όλες τις φορές παρούσα, καρφωμένα πάνω μου. Πόσο μάλλον ξέροντας πως λίγα λεπτά μόλις πριν, στα ίδια σεντόνια κυλιόταν με τον πατέρα μου για τον οποίο όλα αυτά φάνταζαν φτηνές δικαιολογίες.
  Αποτέλεσμα όλης αυτής της πίεσης, ήταν να μην μπορώ πλέον να ικανοποιούμαι  ούτε και μόνος μου. Η φύση και ο ανδρισμός μου είχαν ισοπεδωθεί, κάτω από την τραχιά, αγροτική μπότα του πατέρα μου και την προστυχιά της πόρνης στην οποία κάθε Κυριακή με κουβαλούσε.
  Το σπίτι είχε μετατραπεί σε σωστό κολαστήριο. Ο πατέρας μου βλέπεις πίστευε, πως με τις βρισιές, τις προσβολές, το ξύλο και την πίεση θα κατάφερνε να με κάνει άντρα κατά τα δικά του πρότυπα. Τέσσερα χρόνια κράτησε αυτό το συνεχές μαρτύριο, ώσπου το μυαλό μου θόλωσε. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ έκανα την πρώτη μου απόπειρα αυτοκτονίας. Λέω την πρώτη, γιατί ακολούθησαν άλλες τρεις, αποτυχημένες όλες. Τώρα για καλό για κακό ήταν που ποτέ  δεν τα κατάφερα  μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει.
  Βλέποντας αυτήν την κατάσταση ο πατέρας μου και μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, με έστειλε στην αδελφή του, που έμενε στην πόλη, να τελειώσω το σχολείο και να σπουδάσω, αφού όπως έδειχναν οι βαθμοί μου, παρά τις καταστάσεις που βίωνα, τα έπαιρνα τα γράμματα.
  Η θεία μου, δεν μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Ίσως να μην με συμπαθούσε, γιατί με τις απόπειρες, τους είχα εκθέσει στο χωριό. Ίσως να της είχε προλάβει ο πατέρας μου και τα άλλα. Όπως και να είχε, η ζωή μου στο σπίτι της, ήταν ασύγκριτα καλύτερη με το μαρτύριο που βίωνα στο πατρικό μου σπίτι. Ούτε βρισιές, ούτε προσβολές, ούτε εκείνες οι αηδιαστικές ταινίες, μα πάνω από όλα, είχα απαλλαγεί από το μαρτύριο της Κυριακής σε εκείνο το άθλιο σπίτι.



  Τα χρόνια πέρασαν σχετικά ήρεμα, με μικρές παρενθέσεις τις γιορτινές μέρες, που πήγαινα στο χωριό και αναβίωνε ο εφιάλτης ή τις φορές που κατέβαινε ο πατέρας μου στην πόλη. Σύντομα ,όμως, βρήκα λύση και σε αυτό μου το πρόβλημα. Έψαξα και βρήκα δουλειά, τάχα για να τον ανακουφίσω από τα  έξοδα μου και να προσφέρω και στο σπίτι της θείας που με φιλοξενούσε.
  Έτσι όταν δε διάβαζα ή δεν ήμουν στην σχολή δούλευα ή κοιμόμουν. Ελεύθερος χρόνος δεν υπήρχε καθόλου και έτσι απαλλάχτηκα από τις αναγκαστικές επισκέψεις μου στο χωριό ή τις επισκέψεις του πατέρα στην πρωτεύουσα, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.
  Τελείωσα ιατρική και γιατί μου άρεσε η ιδέα να βοηθώ τους ανθρώπους και γιατί ήταν η σχολή που απαιτούσε τα περισσότερα χρόνια σπουδών. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, προσπάθησα κάποιες φορές να κάνω σχέση, να έρθω σε επαφή με γυναίκα ή έστω να αυτοϊκανοποιηθώ. Στάθηκε αδύνατο. Ξεκίνησα λοιπόν να ψάχνομαι.
  Έκανα κάθε πιθανή εξέταση και στο τέλος κατέληξα σε έναν ψυχολόγο. Οργανικά ήμουν εντάξει, μα το μυαλό μου είχε κλειδώσει σε εκείνη την τραυματική εμπειρία, που βίωνα σε ολόκληρη την εφηβεία μου και αρνιόταν πεισματικά να αφήσει το σώμα μου να λειτουργήσει.
  Το καλό ήταν, πως δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας. Ο ψυχολόγος ήταν σίγουρος, πως μετά από ένα μεγάλο διάστημα ψυχανάλυσης, το θέμα θα λυνόταν. Ξεκινήσαμε λοιπόν να βρισκόμαστε δύο φορές την εβδομάδα, και μπορώ να πω πως μετά το πρώτο διάστημα, άρχισα να βλέπω διαφορά. Στην αρχή ένα ανεπαίσθητο σκίρτημα και σιγά- σιγά, μετά από έξι μήνες συνεχών συνεδριών, κατάφερα το βράδυ που κλείστηκα στην κάμαρη μου, να φτιάξω μια όμορφη φαντασίωση και να αυτοϊκανοποιηθώ, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια.
   Αναθάρρησα. Αν συνεχίζαμε έτσι, σε λίγο καιρό θα ήμουν εντελώς καλά και τότε ίσως κατάφερνα να κάνω μια κανονική σχέση. Το ήθελα όσο τίποτα. Λαχταρούσα  τη γυναικεία παρέα και συντροφικότητα, μα με το πρόβλημα που υπήρχε, είχε σταθεί αδύνατο να κάνω σταθερή σχέση. Προσπάθησα μια δυο φορές, μα οι κοπέλες μετά από ένα εύλογο διάστημα ή κουράζονταν να προσπαθούν και να περιμένουν ή προσβάλλονταν, νομίζοντας πως δεν τις  ήθελα αρκετά.
  Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, λένε πως ο Θεός γελάει. Η αδελφή μου παντρευόταν και δεν μπορούσα παρά να πάω στο χωριό, για τον γάμο. Όσες δικαιολογίες και να πρόβαλα, ο πατέρας μου ήταν ανένδοτος. Θέλοντας και μη λοιπόν, πέταξα δύο πράγματα σε ένα σακβουαγιάζ, καθώς δεν σκόπευα να μείνω περισσότερο από όσο ήταν απαραίτητο και πήγα. Όταν έφτασα, βρέθηκα αντιμέτωπος με μία δυσάρεστη έκπληξη. Ένα ιατρείο, έτοιμο και πλήρως εξοπλισμένο με περίμενε, έχοντας ταμπέλα με το όνομα μου στην πόρτα του.



  Με έπιασε πανικός. Δεν ήθελα να ξαναγυρίσω στο χωριό. Δεν ήμουν βέβαια πια παιδί, για να μπορεί να με υποχρεώσει ο πατέρας, να πάω σε εκείνο το σπίτι, αλλά μόνο άσχημα πράγματα είχα να θυμάμαι. Εκτός αυτού μια μετακόμιση μου εκεί, θα σήμαινε και τον αναγκαστικό τερματισμό των επισκέψεων μου στον ψυχολόγο, ακριβώς την στιγμή που ήμουν σε τόσο καλό δρόμο.
  Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαμαρτυρίες μου πήγαν χαμένες. Έπεσαν πάνω μου συγγενείς, φίλοι και συγχωριανοί. Ο πατέρας σου έφτιαξε κοτζάμ ιατρείο και συ αντί να τον ευγνωμονείς, ντροπή. Μη δημιουργείς θέματα, πάνω στον γάμο της αδερφής σου. Η περιοχή δεν έχει γιατρό. Έγινες γιατρός για να βοηθάς ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Με τέτοια με βομβάρδιζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Θέλοντας λοιπόν και μη, υπέκυψα στη δική τους θέληση όπως, από παιδί ,είχα διδαχτεί να κάνω.
  Μετά τον γάμο της αδερφής μου, γύρισα στην πόλη να μαζέψω όλα τα πράγματα μου και να δω τον ψυχολόγο μου για τελευταία φορά. Μου είπε πως δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας, αφού πλέον είχα σχεδόν θεραπευτεί, φτάνει να πίστευα στον εαυτό μου και να τολμούσα. Μια κουβέντα ήταν αυτό. Στο χωριό οι επιλογές ήταν πολύ περιορισμένες και αν δεν κατάφερνα, με την πρώτη απόπειρα, να λειτουργήσω μετά δεν θα μπορούσα να σταθώ στο μέρος. Έφυγα με μισή καρδιά.
  Έφτασα νύχτα στο χωριό και μη θέλοντας να δω κανέναν, πήγα στο ιατρείο, τάχα να τακτοποιήσω τα πράγματα, που ήταν στις κούτες, για να αρχίσω να το λειτουργώ μία ώρα αρχύτερα. Εκεί με περίμενε μία έκπληξη. Δεν υπήρχε ίχνος από κουτί. Όλα είχαν τακτοποιηθεί. Το ιατρείο μοσχοβολούσε καθαριότητα και στο τζάκι έκαιγαν κούτσουρα πλημμυρίζοντας τον χώρο ζεστασιά και θαλπωρή. Δύο λεπτά μετά άνοιξε η πόρτα για να φέρει μέσα ένα κύμα κρύου και την πιο όμορφη γυναίκα που είχα αντικρίσει στα τριανταένα μου χρόνια.
  Ταράχτηκε μόλις με είδε και οι σακούλες που κρατούσε, σκορπίστηκαν στο πάτωμα. Έτρεξα να την βοηθήσω και να την καθησυχάσω. Σκύβοντας να μαζέψω τα πράγματα που της είχαν πέσει, βρέθηκα μία αναπνοή, από τα πιο γαλάζια μάτια, που είχα αντικρίσει ποτέ μου και τώρα έτρεμαν σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα. Μια θάλασσα, τόσο οικεία, που θα ορκιζόμουν πως μέσα της κολυμπούσα από παιδί.
  Μου είπε, πως ήταν η κοπέλα που είχαν προσλάβει οι δικοί του για να κρατάει το ιατρείο καθαρό. Ταράχτηκε, γιατί της είχαν πει πως θα πήγαινα την επόμενη μέρα. Με ρώτησε αν ήθελα κάτι να φάω ή να πιώ. Τα πόδια της έμοιαζαν να μην πατούν στην γη και τα λεπτά της δάχτυλα άλλη δουλειά δεν έκαναν από το να με φροντίζουν και να με περιποιούνται. Η φωνή της αντηχούσε σαν μελωδία στα αυτιά μου, μα αυτό που με είχε κερδίσει, από την πρώτη στιγμή, ήταν τα μάτια της.
   Θα ορκιζόμουν πως τα είχα δει πολλές φορές να με κοιτούν με ζεστασιά, συμπόνια και μία αδιόρατη θλίψη. Φυσικά ήταν αδύνατο αφού όταν έφυγα εγώ από το χωριό, εκείνη ήταν μικρό παιδί, αν υποθέσουμε ότι έμενε εδώ. Βλέπεις δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για εκείνη. Όποτε προσπαθούσα να μάθω κάτι για την ζωή της η θλίψη, στα υπέροχα μάτια της, μεγάλωνε και άλλαζε κουβέντα.



  Αν με ρωτήσεις καλά- καλά δεν κατάλαβα πότε και πως την ερωτεύτηκα. Ίσως έφταιγε που ήταν τόσο διαφορετική από τις άλλες γυναίκες του χωριού. Ευαίσθητη και ευάλωτη, μα συγχρόνως δυνατή. Κλειστός χαρακτήρας, αλλά μαζί μου σιγά- σιγά είχε ανοιχτεί. Περνούσαμε και πολλές ώρες μαζί. Αν ήταν στο χέρι της, νομίζω θα κοιμόταν και στο ιατρείο. Ποιος ξέρει τι βάσανα έκρυβε το δικό της σπίτι και συννέφιαζε τόσο κάθε φορά που έπρεπε να φύγει.
  Το ζύγισα καλά στο μυαλό μου, πριν πάρω την απόφαση, να της μιλήσω για τα αισθήματα μου. Έπρεπε να είμαι σίγουρος, τόσο γι’ αυτά που ένιωθα, όσο και για το ότι θα μπορούσα να ανταπεξέλθω. Έμοιαζε τόσο ευάλωτη, τόσο τρωτή. Η ψυχή μου, δίχως αμφιβολία θα καιγόταν στην κόλαση, αν ακόμα και άθελα μου πλήγωνα ένα τέτοιο πλάσμα.
  Μόλις ολοκλήρωσα την φράση μου, κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών της. Έπειτα σχεδόν τραυλίζοντας, παραδέχτηκε πως και εκείνη έτρεφε συναισθήματα για μένα. Την έσφιξα στην αγκαλιά μου ενθουσιασμένος. Με απώθησε μαλακά και μου είπε πως πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, έπρεπε να ξέρω ότι πριν από μένα… Δεν την άφησα να συνεχίσει. Δεν με ένοιαζε το παρελθόν της. Αν είχε αρραβωνιαστεί ή παντρευτεί ή αν κανένας παλιάνθρωπος την είχε ξεγελάσει και είχε εκμεταλλευτεί την αθωότητα της, τίποτα δεν ήθελα να ξέρω. Για μένα θα ήταν σαν να είχε γεννηθεί την στιγμή που την γνώρισα.
  Έτσι ξεκίνησε η σχέση μας. Μια σχέση που μέρα, με την μέρα, γινόταν όλο και πιο δυνατή. Όταν έφτασε η στιγμή που φοβόμουν όσο τίποτα, με περίμενε άλλη μία έκπληξη. Άρχισε να τρέμει και λίγο μετά ξέσπασε σε λυγμούς. Έμεινα άναυδος να την κοιτάζω. Ήταν δυνατόν από την απειρία μου, να είχα καταφέρει να πληγώσω, τη μόνη γυναίκα που είχα καταφέρει να αγαπήσω στην ζωή μου;
  Μόλις ηρέμησε έσπευσε να με καθησυχάσει, λέγοντας μου, πως δεν είχα κάνει κάτι εγώ. Με αγάπαγε και με ήθελε πολύ, αλλά χρειαζόταν λίγο χρόνο. Χρόνο και κατανόηση. Ήταν οφθαλμοφανές, πως δεν ήμουν ο μόνος, που είχε πληγές να γιατρέψει, σε αυτό το θέμα. Έτσι ο καιρός κύλησε και όταν τελικά ενωθήκαμε, όχι μόνο λειτούργησα κανονικά, για πρώτη φορά στην ζωή μου, αλλά μπορούσα και να ορκιστώ, ότι ακόμα και να γύριζε ο χρόνος πίσω, θα επέλεγα να ξαναπέρναγα τα ίδια βασανιστήρια, μόνο και μόνο ,για να μην χάσω εκείνη την στιγμή.



  Όλα καθαρά, ευαίσθητα, τρυφερά, γεμάτα αγάπη, όπως πρέπει να είναι η ένωση ενός ζευγαριού. Η ώρα που ένα ζευγάρι ενώνεται, μοιάζει να είναι η μόνη ώρα, που καταφέρνει να αγγίξει τον Θεό. Αν φυσικά υπάρχει αγάπη. Πως θα μπορούσε να συγκριθεί, ετούτη η ξεχωριστή στιγμή με τις ποταπές ενώσεις, σε σκοτεινά σοκάκια ή φτηνά ξενοδοχεία. Πως θα μπορούσε να συγκριθεί εκείνη, που ήταν ο άγγελος μου, με τις παλιογυναίκες που σέρνονται σε σπίτια, σαν εκείνο που με τραβολόγαγε σε όλη την εφηβεία ο πατέρας μου.
  Τότε ήταν που δεν άντεξα και της μίλησα για όλα. Για τα ψυχικά μου τραύματα που οδήγησαν, στην μέχρι προσφάτως, ανικανότητα μου. Για την άθλια συμπεριφορά του πατέρα μου και εκείνης της αισχρής γυναίκας, που στο πρόσωπο της είχα μάθει να φοβάμαι και να απεχθάνομαι την επαφή με το γυναικείο κορμί.
  Ειλικρινά δεν ήξερα αν μισούσα περισσότερο εκείνη ή τον πατέρα μου. Εκείνος ότι και να είχε κάνει, ήταν πατέρας μου και οι αρχές μου, δεν μου επέτρεπαν να ευχηθώ το κακό του. Εκείνη όμως, ο Θεός να με συγχωρήσει, θα ήθελα να την δω να βασανίζεται και να παραδίδει την ψυχή της με πόνο. Πρέπει, άθελα μου, να έβγαλα όλη την πίκρα και την κακία που έκρυβα μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα να την κάνω να βάλει τα κλάματα.
  Μόλις είδα τα υπέροχα μάτια της να γεμίζουν και την ίδια να ξεσπάει σε λυγμούς, μετάνιωσα για όλες τις πικρές κουβέντες, που είχα ξεστομίσει. Ήταν τόσο ευάλωτη που, αν και δεν είχε καμία ευθύνη, για όσα είχα περάσει, ο πόνος και το μίσος μου την είχαν πληγώσει. Την έσφιξα στην αγκαλιά μου και την καθησύχασα. 
  Θέλοντας να  ξαναδώ τον ήλιο να ανατέλλει στο βλέμμα της,  της είπα κάτι που κλωθογύριζε στο μυαλό μου εδώ και καιρό. Ήθελα να την παντρευτώ και να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί της. Εκείνη αντί να χαρεί σκοτείνιασε περισσότερο. Οι λυγμοί τώρα πια την τράνταζαν ολόκληρη. Σκέφτηκα πως θα ήταν από τη συγκίνηση και προσπάθησα να την αγκαλιάσω. Με έσπρωξε και μου είπε ότι ήταν αδύνατο, εμείς οι δύο να παντρευτούμε. Την κοίταξα αποσβολωμένος. Αφού με αγαπούσε και την αγαπούσα.



  Αφού ηρέμησε, μου είπε πως ο πατέρας μου δεν θα δεχόταν ποτέ αυτόν τον γάμο. Της είπα πως ο πατέρας μου θα ενθουσιαζόταν στην ιδέα του να με δει παντρεμένο. Τότε εκείνη με παγερή και σταθερή φωνή είπε «Όχι μαζί μου». Θέλησα να μάθω το γιατί και τότε ξανά- ξέσπασε σε κλάματα.   Με παρακάλεσε να μην την ρωτώ και πάνω από όλα να μην κάνω το λάθος να πω το παραμικρό, στον πατέρα μου, γιατί τότε θα καταστρέφονταν όλα.
  Την καθησύχασα και της είπα πως θα γινόντουσαν όλα, όπως εκείνη ήθελε, για να ηρεμήσει. Δεν άντεχα να την βλέπω σε αυτή την κατάσταση. Ήταν βέβαια από τις λίγες φορές, που δεν σκόπευα να κρατήσω την υπόσχεση μου. Πρώτα από όλα, ήμουν βέβαιος, πως οι φόβοι της ήταν υπερβολικοί.
  Προφανώς, θεωρούσε πως ο πατέρας μου δεν θα την ήθελε για νύφη, επειδή δεν είχε προίκα ή γιατί δεν ήμουν εγώ ο πρώτος άντρας της ζωής της. Εγώ πάλι ήμουν σίγουρος, πως με τη λύσσα που χε ο πατέρας μου να αποδείξει, πρώτα στον εαυτό του και μετά στα μάτια του χωριού, ότι ο γιός του ήταν φυσιολογικός, κατά τα δικά του πρότυπα, θα δεχόταν για νύφη την οποιανδήποτε .
  Ακόμα και έτσι να γινόταν όμως, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να υποχωρήσω. Αρκετό κακό είχε κάνει στην ζωή μου η εμμονή του, να επιβάλει την θέληση του. Αυτή την γυναίκα την λάτρευα. Με την αγάπη και την τρυφερότητα της, μου είχε δώσει πίσω, όσα η δική του αγριότητα, βάναυσα μου είχε στερήσει.
  Πήγα στο σπίτι με σκοπό να ανακοινώσω την απόφαση μου παρά να την συζητήσω. Ο πατέρας μου με άκουγε και γελούσαν και τα μουστάκια του. Αφού τελείωσα, έβαλε να πιούμε κρασί και μου είπε, πως τώρα ήταν  σειρά του να μιλήσει.
  Ήταν πολύ χαρούμενος που τελικά είχα γίνει άντρας σωστός. Αυτός βαθιά μέσα του το ήξερε, πως ο δικός του γιός, δεν μπορούσε να μην ήταν αληθινός άντρας. Τώρα λοιπόν, που έστω και καθυστερημένα, είχα αρχίσει να φέρομαι φυσιολογικά, έπρεπε να κοιτάξω να το γλεντήσω. Ας έκανα το γούστο μου με την Άννα. Αφού μου άρεσε, ας την σπίτωνα κιόλας, αν ήθελα. Όταν θα ερχόταν η ώρα να παντρευτώ, θα μου έβρισκε μια σωστή κοπέλα, να κάνω οικογένεια.



  Για πρώτη φορά στην ζωή μου, έγινα έξαλλος και χτύπησα το χέρι μου στο τραπέζι. Του είπα πως εγώ θα παντρευόμουν την Άννα, αυτήν και καμία άλλη. Ξέσπασε σε ένα γέλιο τρανταχτό, πρόστυχο και προσβλητικό. Μου είπε ότι με καταλάβαινε. Όλοι οι άντρες, όταν πάνε πρώτη φορά με γυναίκα κολλάνε, ειδικά όταν αυτή ξέρει τα κόλπα που ξέρει μια επαγγελματίας.
  Τον κοίταξα σαν να μιλούσε άλλη γλώσσα, ενώ τα αυτιά μου βούιζαν. Προσπαθούσα να βάλω τις λέξεις του σε διαφορετική σειρά, μήπως και έβγαζαν νόημα, μα και πάλι δεν μπορούσα να καταλάβω.
  Γελώντας ακόμα, άρχισε να μου μιλάει γεμάτος έπαρση, για τον εαυτό του. Πως αυτός ήταν άντρας και πατέρας σωστός και ήθελε να δει και τον γιό του να του μοιάζει. Δεν καταλάβαινα τι σχέση μπορεί να χαν αυτά με τον γάμο μου, με την Άννα.
  Τότε με κοίταξε και δίχως έλεος ξεστόμισε τα λόγια που σμπαράλιασαν τον κόσμο μου, σε χίλια κομμάτια. Ή Άννα δεν ήταν παρά μία πόρνη. Μια πόρνη που από πάνω της, είχαν περάσει αμέτρητοι, ανάμεσα σε αυτούς και ο πατέρας μου. Κόρη της ίδιας πόρνης, στην οποία με τραβολόγαγε στα εφηβικά μου χρόνια. Το βουητό στα αυτιά μου μεγάλωσε τόσο που με δυσκολία τον άκουγα. Γι’ αυτό τα μάτια της μου ήταν τόσο οικεία. Ήταν τα ίδια μάτια, που με κοίταζαν τότε. Όταν μωρό ακόμα γινόταν μάρτυρας, της βρωμιάς της μάνας της, που έμελλε να γίνει και δική της. Εκείνος την είχε πληρώσει για να παίξει τον ρόλο που έπαιξε και να με κάνει επιτέλους άντρα. Ξάφνου το δωμάτιο σαν να στέρεψε από οξυγόνο. Πνιγόμουν.
   Πετάχτηκα όρθιος, άνοιξα την πόρτα και άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Στο δρόμο πρέπει να έκανα εμετό, πολλές φορές δεν καταλάβαινα και πολλά. Όλα είχαν θολώσει. Μπήκα στο ιατρείο σαν τρελός. Εκείνη με μια ματιά κατάλαβε και χαμήλωσε το κεφάλι. Ήμουν σε κατάσταση αμόκ. Την άρπαξα από τους ώμους και την τράνταζα, ενώ ούρλιαζα λόγια ασυνάρτητα μεταξύ τους.



  Όλα ψέματα; Όλα κοροϊδία; Όλα για τα λεφτά; Πόσοι είχαν περάσει από πάνω της; Ήθελα να ξέρω. Πήγαινε μαζί τους και όσο καιρό ήμασταν μαζί και με τον πατέρα μου; Άρχισα να την χτυπάω. Ποτέ δεν είχα ικανό τον εαυτό μου για τόση βία. Ιδίως σε μία γυναίκα, μα η κοροϊδία της ήταν η χαριστική βολή για την ψυχική μου ισορροπία.
  Ανάμεσα στα χαστούκια, τις βρισιές και τα αναφιλητά της, την άκουσα να λέει πως δεν το θελε. Πως την ανάγκασαν. Πως μ’ αγαπούσε. Χαμένος κόπος. Τα χέρια μου λες και είχαν δική τους θέληση, έσκαγαν με βία πάνω της, χτυπώντας τη όπου να ναι. Τη θέση μου είχε πάρει ένα θηρίο, που δεν είχα ιδέα πως κατοικούσε μέσα μου, μέχρι που με δυο λέξεις της έκανε το χρόνο να σταματήσει. «Σταμάτα! Σταμάτα είμαι έγκυος!» Έμεινα να την κοιτάζω αποσβολωμένος. Με δυσκολία τραύλισα την πιο ανόητη αρσενική ερώτηση. «Είναι δικό μου;» Φυσικά και ήταν. Σωριάστηκα σε μια καρέκλα εξουθενωμένος. Τότε εκείνη άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα.
  Πατέρα δε γνώρισε ποτέ της. Σπορά κάποιου πελάτη η κανενός από τους αλήτες αγαπητικούς που, κατά καιρούς, κουβαλούσε σπίτι η μάνα της. Σαν παιδάκι δεν πρόλαβε να παίξει. Τα λεγόμενα χρόνια της αθωότητας δεν τα είχε ζήσει ποτέ. Γεννήθηκε κατευθείαν μέσα στη βρομιά. Από τόσο δα παιδάκι το μόνο που θυμάται είναι τη μάνα της να στενάζει κάτω από αντρικά κορμιά.
  Πριν καλά- καλά προλάβει να σχηματιστεί το σώμα της και από παιδικό να γίνει γυναικείο, η μάνα της την έβαλε στη δουλειά. Δεν της είχε έρθει ούτε η πρώτη της περίοδος. Ο πελάτης βλέπεις την ήθελε σαν τρελός και πλήρωνε καλά, έτσι έβαλε στη μάνα της την ιδέα. Έπεσε πάνω της σαν ζώο. Ένα ζώο ασυγκίνητο από τις φωνές και τα παρακάλια της για οίκτο. Ή πρώτη της εμπειρία με τον έρωτα, ποτίστηκε από το αίμα της που έβαψε τα βρόμικα σεντόνια και ένα πόνο αλλιώτικο- βουβό. Ο άντρας εκείνος ήταν ο πατέρας μου. 
  Περνούσαν οι μέρες, τα χρόνια χωρίς να καταλαβαίνει ή να νιώθει πια τίποτα. Όλα μέσα της είχαν νεκρωθεί. Είχαν φροντίσει γι’ αυτό οι άντρες που τις κουβάλαγε η μάνα της και την έπαιρναν ακόμα και με τη βία. Προσπάθησε πολλές φορές  να δώσει ένα τέλος στη ζωή και την ντροπή της. Δυστυχώς καμία δεν στάθηκε τυχερή.



 Έπειτα ο πατέρας μου πλήρωσε την μάνα της καλά, για να την στείλει εδώ, έχοντας τον σκοπό του. Δέχτηκε μόνο και μόνο για να γλιτώσει από το καθημερινό μαρτύριο των αντρών που η ίδια η μάνα της, τις κουβαλούσε. Δεν μου είπε ποτέ ψέματα. Κάποτε μάλιστα προσπάθησε να μου μιλήσει για όλα αυτά, αλλά εγώ την έκοψα λέγοντας, πως δεν ήθελα να ξέρω.
  Όσα έλεγε πως ένιωθε ήταν αλήθεια. Αλήθεια και όλος ο φόβος και η συστολή που είχε για την πρώτη μας επαφή. Βλέπεις τον έρωτα τον είχε γνωρίσει σαν την πιο πρόστυχη και βασανιστική δουλειά.
  Τότε ήταν που ξέσπασα σε κλάματα. Αυτό το πλάσμα παρά την βρομιά και την αθλιότητα που είχε βιώσει, από την ίδια της τη μάνα, τη γυναίκα που θα έπρεπε να την προστατεύει,  από τους άντρες και ιδίως από τον ίδιο μου τον πατέρα με είχε αγαπήσει και εγώ την είχα παραμορφώσει από το ξύλο. Είχα γίνε ίδιος με το θηρίο, που με καταδυνάστευε όλα μου τα χρόνια.
  Δεν άντεχα να βλέπω της κοκκινίλες, που σύντομα θα γίνονταν μελανιές. Τα πρησμένα, ματωμένα της χείλη μου προκαλούσαν ντροπή και πανικό. Το έβαλα πάλι στα πόδια. Περπάτησα πολύ και όταν ξαναγύρισα, είχα πάρει τις αποφάσεις μου. Θα την έπαιρνα και θα φεύγαμε μακριά από την βρομιά και την αθλιότητα, που μας είχαν επιβάλει οι γονείς μας. Θα ξεχνούσαμε τα πάντα και θα κάναμε μία νέα αρχή για μας και το παιδί μας.
  Όπως συνηθίζω να λέω, όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει. Ανοίγοντας την πόρτα, την βρήκα ξαπλωμένη σε μια λίμνη αίματος. Έπεσα πάνω της σαν τρελός, ήταν όμως πλέον πολύ αργά. Αυτή τη φορά τα είχε καταφέρει, δίνοντας ένα τέλος στην βασανισμένη της ζωή και στο παιδί που είχε μέσα της. Από εκεί και έπειτα θυμάμαι ελάχιστα.
  Εμένα σαν σε όνειρο με τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα της, να μπαίνω σπίτι, να ξεκρεμάω το κυνηγετικό και να το αδειάζω πάνω στον πατέρα μου. Έπειτα να το ξαναγεμίζω και χωρίς να θυμάμαι πώς, να φτάνω στο ελεεινό σπίτι του μαρτυρίου των εφηβικών μου χρόνων και να το ξαναδειάζω πάνω σε εκείνη την αισχρή γυναίκα, που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει γίνει μάνα.



  Από τότε ησυχία. Ζω σε ένα όμορφο και γαλήνιο μέρος με την Άννα και την κόρη μας, μακριά από την βρομιά και την αθλιότητα. Εκείνη είναι πάντα χαρούμενη και τα γαλανά της μάτια, έχουν απαλλαγεί από τη θλίψη. Το κοριτσάκι μας της μοιάζει. Γι’ αυτό και το αγαπώ διπλά.
  Ο Νικόλας βρέθηκε να περιπλανάται σαν χαμένος σε έναν επαρχιακό δρόμο, βουτηγμένος στο αίμα. Καταδικάστηκε σε δις ισόβια και εκτίει την ποινή του στο ψυχιατρικό τμήμα της φυλακής. Είναι πάντα ήσυχος, γαλήνιος και χαμογελαστός. Μοιάζει να μην έχει την παραμικρή επαφή με το περιβάλλον. Οι γιατροί λένε πως η κατάσταση του είναι μη αναστρέψιμη.  


Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Σκηνοθεσία – Φωτογράφηση: Αντώνης Μανδράνης
Ηθοποιοί: Χρήστος Γιάνναρης
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης




Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου