https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΙΧΝΗ: Μαΐου 2015 https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Σκοτεινός Πατέρας της Τζένης Κοσμίδου




  Κοινωνία, οικογένεια και πρότυπα. Αξίες και έννοιες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική παράδοση, ιδίως στην ελληνική επαρχία. Άπαξ και έπιασες τα τριάντα πρέπει να παντρευτείς, να κάνεις οικογένεια. Δεν έχει σημασία αν θα κάνεις σωστή επιλογή, αν ο γάμος θα κρατήσει ή αν εσύ, η γυναίκα σου και τα παιδιά που θα φέρετε στον κόσμο, θα είναι ευτυχισμένα. Αυτά είναι λεπτομέρειες. Το σημαντικό είναι να παντρευτείς. Να μην λένε τα σόγια, να μην σχολιάζουν οι γείτονες.
  Η δική σου θέληση δεν έχει καμία σημασία. Το να είσαι ανύπαντρος, ιδίως όταν δεν κάνεις γελοία επίδειξη του ανδρισμού σου, πηγαίνοντας με την μία και την άλλη, στη δική μας μικρή κοινωνία ήταν κατακριτέο. Ήταν λόγος για να γίνεσαι το επίκεντρο των ανιαρών συζητήσεων, σε σπίτια και καφενεία. Ο λόγος που άσχετα με τη μόρφωση η τα υπόλοιπα προσόντα σου οι γονείς σου αισθάνονταν άσχημα και οι φίλοι και οι συγγενείς ένιωθαν αμηχανία.
  Η οικογένεια μου ήταν κλειστή και πατριαρχική, όπως οι περισσότερες οικογένειες που ήξερα. Ο πατέρας μου ήταν ένας παραδοσιακός άντρας της περιοχής. Δούλευε σκληρά, για να μην λείψει τίποτα από την οικογένειά του. Είχε όμως την απαίτηση η θέλησή του να είναι νόμος. 
  Είτε αυτό σήμαινε πως η μητέρα μου ήταν υποχρεωμένη να δέχεται τις απιστίες του, γιατί αφού δεν έλειπε τίποτα από το σπίτι, σαν άντρας είχε και αυτός το δικαίωμα να κάνει τα δικά του, είτε να ελέγχει απόλυτα την δική μου ζωή.
  Θα ήμουν δεν θα ήμουν δώδεκα όταν με πήρε να με πάει σε ένα σπίτι στην πρωτεύουσα του νομού, που όπως μου πε θα με έκαναν άντρα. Μόλις μπήκα σε εκείνο το δωμάτιο ένιωσα αποστροφή. Ανέδυε φτήνια από κάθε του χιλιοστό. Τον έρωτα τον φανταζόμουν ως κάτι ιδιαίτερο. Πως θα μπορούσα να τον γνωρίσω σε ένα τόσο άθλιο μέρος; Το δωμάτιο δυστυχώς ήταν το λιγότερο άσχημο εκείνης της μέρας.
  Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα εκείνη η γυναίκα, η αποστροφή μου μετατράπηκε σε φόβο και αηδία. Το πρόσωπό της, οι κινήσεις της, δεν είχαν τίποτα τρυφερό. Με αποπήρε που δεν ήμουν γδυμένος και έτοιμος, γιατί είχε κόσμο πολύ που την περίμενε. Ξάπλωσε στο κρεβάτι άνοιξε τα πόδια της και περίμενε, χωρίς να δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον. Εγώ είχα μαρμαρώσει και δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Ξάφνου η πόρτα άνοιξε και μπήκε τρέχοντας ένα κοριτσάκι, φωνάζοντας τη μαμά του. 
  Θα ήταν δεν θα ήταν τριών χρονών. Σηκώθηκε αγαναχτισμένη και αφού πέταξε κυριολεκτικά την μικρή, σε ένα ξεχαρβαλωμένο πάρκο, που βρισκόταν στο δωμάτιο, βρίζοντας μου ξεκούμπωσε το παντελόνι. Το θέαμα που αντίκρισε, την έκανε να οργιστεί ακόμα περισσότερο. Ήταν βλέπεις αδύνατο με όλα αυτά που συνέβαιναν εκεί  μέσα και τα πελώρια μάτια της μικρής που έστεκαν, γεμάτα δάκρυα, καρφωμένα πάνω μου, να αισθανθώ την οποιαδήποτε διέγερση. Άρχισε να με μαλάζει και να με ζουλάει λες και ήθελε να με συνθλίψει. Μη βλέποντας το αποτέλεσμα που περίμενε έγινε έξαλλη και με πέταξε έξω πριν καν προλάβω να κουμπωθώ, κάνοντας μία σκηνή, που με έκανε να κοκκινίσω μέχρι τις ρίζες των μαλλιών μου και αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή των δεινών μου.



  Ο θυμός της πόρνης, ούτε στο ελάχιστο δεν μπορούσε να συγκριθεί με την οργή του πατέρα μου. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ μου έτσι, ιδίως με εμένα που σαν το μόνο αγόρι της οικογένειας ήμουν και η αδυναμία του. Για πρώτη φορά στα δώδεκα μου χρόνια, με χτύπησε και αν με ρωτήσεις ακόμα και τόσα χρόνια μετά δεν μπορώ να καταλάβω, με πόνεσαν περισσότερο τα χτυπήματά του ή οι βρισιές και οι προσβολές  που ξεστόμισε.
  Από εκείνη την μέρα  βάλθηκε να με κάνει άντρα, κατά τα δικά του πρότυπα. Σχεδόν κάθε βράδυ, έστελνε την μητέρα μου και τις αδελφές μου για ύπνο και με ανάγκαζε να βλέπω ταινίες πορνό ή εικόνες γυμνών γυναικών σε προστυχοπεριοδικά. Κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία με έπαιρνε και με πήγαινε σε εκείνο το σπίτι. Όσο το σώμα μου, αρνιόταν να αντιδράσει σύμφωνα με την θέληση του, τόσο η οργή του μεγάλωνε.
  Αν και πατέρας μου, του ήταν αδύνατο να καταλάβει πως επειδή ήμουν γιός του, δεν σήμαινε πως μας άρεσαν τα ίδια πράγματα. Όταν λίγο καιρό, πριν με πάει για πρώτη φορά, σε εκείνο το άθλιο σπίτι, είχα αρχίσει να εξερευνώ το σώμα και την σεξουαλικότητα μου, λειτουργούσα γιατί φανταζόμουν πράγματα εντελώς διαφορετικά.
  Κοπέλες τρυφερές, κοντά  στην ηλικία μου, με ωραία μυρωδιά, γλυκά λόγια και χάδια. Με τίποτα αυτές οι φαντασιώσεις δεν μπορούσαν να συγκριθούν, με την σκληρή πραγματικότητα που ήθελε να μου επιβάλλει. Οι γυναίκες που με υποχρέωνε να βλέπω στις ταινίες και στα περιοδικά ήταν πολύ μεγαλύτερες μου, πρόστυχες και αποκρουστικές. Ίδιες με τη  γυναίκα σε εκείνο το σπίτι, που κάθε Κυριακή που με αντίκριζε, δεν έκρυβε λεπτό την δυσφορία της. Βλέπεις, η αδυναμία μου να ανταπεξέλθω, πρόσβαλε την επαγγελματική της αξιοπρέπεια.  Ακόμα και έτσι όμως να μην ήταν, θα μου ήταν αδύνατο να λειτουργήσω, έχοντας σχεδόν πάντα τα γεμάτα απορία και πόνο μάτια της κόρης της, που ήταν σχεδόν όλες τις φορές παρούσα, καρφωμένα πάνω μου. Πόσο μάλλον ξέροντας πως λίγα λεπτά μόλις πριν, στα ίδια σεντόνια κυλιόταν με τον πατέρα μου για τον οποίο όλα αυτά φάνταζαν φτηνές δικαιολογίες.
  Αποτέλεσμα όλης αυτής της πίεσης, ήταν να μην μπορώ πλέον να ικανοποιούμαι  ούτε και μόνος μου. Η φύση και ο ανδρισμός μου είχαν ισοπεδωθεί, κάτω από την τραχιά, αγροτική μπότα του πατέρα μου και την προστυχιά της πόρνης στην οποία κάθε Κυριακή με κουβαλούσε.
  Το σπίτι είχε μετατραπεί σε σωστό κολαστήριο. Ο πατέρας μου βλέπεις πίστευε, πως με τις βρισιές, τις προσβολές, το ξύλο και την πίεση θα κατάφερνε να με κάνει άντρα κατά τα δικά του πρότυπα. Τέσσερα χρόνια κράτησε αυτό το συνεχές μαρτύριο, ώσπου το μυαλό μου θόλωσε. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ έκανα την πρώτη μου απόπειρα αυτοκτονίας. Λέω την πρώτη, γιατί ακολούθησαν άλλες τρεις, αποτυχημένες όλες. Τώρα για καλό για κακό ήταν που ποτέ  δεν τα κατάφερα  μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει.
  Βλέποντας αυτήν την κατάσταση ο πατέρας μου και μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, με έστειλε στην αδελφή του, που έμενε στην πόλη, να τελειώσω το σχολείο και να σπουδάσω, αφού όπως έδειχναν οι βαθμοί μου, παρά τις καταστάσεις που βίωνα, τα έπαιρνα τα γράμματα.
  Η θεία μου, δεν μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Ίσως να μην με συμπαθούσε, γιατί με τις απόπειρες, τους είχα εκθέσει στο χωριό. Ίσως να της είχε προλάβει ο πατέρας μου και τα άλλα. Όπως και να είχε, η ζωή μου στο σπίτι της, ήταν ασύγκριτα καλύτερη με το μαρτύριο που βίωνα στο πατρικό μου σπίτι. Ούτε βρισιές, ούτε προσβολές, ούτε εκείνες οι αηδιαστικές ταινίες, μα πάνω από όλα, είχα απαλλαγεί από το μαρτύριο της Κυριακής σε εκείνο το άθλιο σπίτι.



  Τα χρόνια πέρασαν σχετικά ήρεμα, με μικρές παρενθέσεις τις γιορτινές μέρες, που πήγαινα στο χωριό και αναβίωνε ο εφιάλτης ή τις φορές που κατέβαινε ο πατέρας μου στην πόλη. Σύντομα ,όμως, βρήκα λύση και σε αυτό μου το πρόβλημα. Έψαξα και βρήκα δουλειά, τάχα για να τον ανακουφίσω από τα  έξοδα μου και να προσφέρω και στο σπίτι της θείας που με φιλοξενούσε.
  Έτσι όταν δε διάβαζα ή δεν ήμουν στην σχολή δούλευα ή κοιμόμουν. Ελεύθερος χρόνος δεν υπήρχε καθόλου και έτσι απαλλάχτηκα από τις αναγκαστικές επισκέψεις μου στο χωριό ή τις επισκέψεις του πατέρα στην πρωτεύουσα, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.
  Τελείωσα ιατρική και γιατί μου άρεσε η ιδέα να βοηθώ τους ανθρώπους και γιατί ήταν η σχολή που απαιτούσε τα περισσότερα χρόνια σπουδών. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, προσπάθησα κάποιες φορές να κάνω σχέση, να έρθω σε επαφή με γυναίκα ή έστω να αυτοϊκανοποιηθώ. Στάθηκε αδύνατο. Ξεκίνησα λοιπόν να ψάχνομαι.
  Έκανα κάθε πιθανή εξέταση και στο τέλος κατέληξα σε έναν ψυχολόγο. Οργανικά ήμουν εντάξει, μα το μυαλό μου είχε κλειδώσει σε εκείνη την τραυματική εμπειρία, που βίωνα σε ολόκληρη την εφηβεία μου και αρνιόταν πεισματικά να αφήσει το σώμα μου να λειτουργήσει.
  Το καλό ήταν, πως δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας. Ο ψυχολόγος ήταν σίγουρος, πως μετά από ένα μεγάλο διάστημα ψυχανάλυσης, το θέμα θα λυνόταν. Ξεκινήσαμε λοιπόν να βρισκόμαστε δύο φορές την εβδομάδα, και μπορώ να πω πως μετά το πρώτο διάστημα, άρχισα να βλέπω διαφορά. Στην αρχή ένα ανεπαίσθητο σκίρτημα και σιγά- σιγά, μετά από έξι μήνες συνεχών συνεδριών, κατάφερα το βράδυ που κλείστηκα στην κάμαρη μου, να φτιάξω μια όμορφη φαντασίωση και να αυτοϊκανοποιηθώ, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια.
   Αναθάρρησα. Αν συνεχίζαμε έτσι, σε λίγο καιρό θα ήμουν εντελώς καλά και τότε ίσως κατάφερνα να κάνω μια κανονική σχέση. Το ήθελα όσο τίποτα. Λαχταρούσα  τη γυναικεία παρέα και συντροφικότητα, μα με το πρόβλημα που υπήρχε, είχε σταθεί αδύνατο να κάνω σταθερή σχέση. Προσπάθησα μια δυο φορές, μα οι κοπέλες μετά από ένα εύλογο διάστημα ή κουράζονταν να προσπαθούν και να περιμένουν ή προσβάλλονταν, νομίζοντας πως δεν τις  ήθελα αρκετά.
  Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, λένε πως ο Θεός γελάει. Η αδελφή μου παντρευόταν και δεν μπορούσα παρά να πάω στο χωριό, για τον γάμο. Όσες δικαιολογίες και να πρόβαλα, ο πατέρας μου ήταν ανένδοτος. Θέλοντας και μη λοιπόν, πέταξα δύο πράγματα σε ένα σακβουαγιάζ, καθώς δεν σκόπευα να μείνω περισσότερο από όσο ήταν απαραίτητο και πήγα. Όταν έφτασα, βρέθηκα αντιμέτωπος με μία δυσάρεστη έκπληξη. Ένα ιατρείο, έτοιμο και πλήρως εξοπλισμένο με περίμενε, έχοντας ταμπέλα με το όνομα μου στην πόρτα του.



  Με έπιασε πανικός. Δεν ήθελα να ξαναγυρίσω στο χωριό. Δεν ήμουν βέβαια πια παιδί, για να μπορεί να με υποχρεώσει ο πατέρας, να πάω σε εκείνο το σπίτι, αλλά μόνο άσχημα πράγματα είχα να θυμάμαι. Εκτός αυτού μια μετακόμιση μου εκεί, θα σήμαινε και τον αναγκαστικό τερματισμό των επισκέψεων μου στον ψυχολόγο, ακριβώς την στιγμή που ήμουν σε τόσο καλό δρόμο.
  Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαμαρτυρίες μου πήγαν χαμένες. Έπεσαν πάνω μου συγγενείς, φίλοι και συγχωριανοί. Ο πατέρας σου έφτιαξε κοτζάμ ιατρείο και συ αντί να τον ευγνωμονείς, ντροπή. Μη δημιουργείς θέματα, πάνω στον γάμο της αδερφής σου. Η περιοχή δεν έχει γιατρό. Έγινες γιατρός για να βοηθάς ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Με τέτοια με βομβάρδιζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Θέλοντας λοιπόν και μη, υπέκυψα στη δική τους θέληση όπως, από παιδί ,είχα διδαχτεί να κάνω.
  Μετά τον γάμο της αδερφής μου, γύρισα στην πόλη να μαζέψω όλα τα πράγματα μου και να δω τον ψυχολόγο μου για τελευταία φορά. Μου είπε πως δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας, αφού πλέον είχα σχεδόν θεραπευτεί, φτάνει να πίστευα στον εαυτό μου και να τολμούσα. Μια κουβέντα ήταν αυτό. Στο χωριό οι επιλογές ήταν πολύ περιορισμένες και αν δεν κατάφερνα, με την πρώτη απόπειρα, να λειτουργήσω μετά δεν θα μπορούσα να σταθώ στο μέρος. Έφυγα με μισή καρδιά.
  Έφτασα νύχτα στο χωριό και μη θέλοντας να δω κανέναν, πήγα στο ιατρείο, τάχα να τακτοποιήσω τα πράγματα, που ήταν στις κούτες, για να αρχίσω να το λειτουργώ μία ώρα αρχύτερα. Εκεί με περίμενε μία έκπληξη. Δεν υπήρχε ίχνος από κουτί. Όλα είχαν τακτοποιηθεί. Το ιατρείο μοσχοβολούσε καθαριότητα και στο τζάκι έκαιγαν κούτσουρα πλημμυρίζοντας τον χώρο ζεστασιά και θαλπωρή. Δύο λεπτά μετά άνοιξε η πόρτα για να φέρει μέσα ένα κύμα κρύου και την πιο όμορφη γυναίκα που είχα αντικρίσει στα τριανταένα μου χρόνια.
  Ταράχτηκε μόλις με είδε και οι σακούλες που κρατούσε, σκορπίστηκαν στο πάτωμα. Έτρεξα να την βοηθήσω και να την καθησυχάσω. Σκύβοντας να μαζέψω τα πράγματα που της είχαν πέσει, βρέθηκα μία αναπνοή, από τα πιο γαλάζια μάτια, που είχα αντικρίσει ποτέ μου και τώρα έτρεμαν σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα. Μια θάλασσα, τόσο οικεία, που θα ορκιζόμουν πως μέσα της κολυμπούσα από παιδί.
  Μου είπε, πως ήταν η κοπέλα που είχαν προσλάβει οι δικοί του για να κρατάει το ιατρείο καθαρό. Ταράχτηκε, γιατί της είχαν πει πως θα πήγαινα την επόμενη μέρα. Με ρώτησε αν ήθελα κάτι να φάω ή να πιώ. Τα πόδια της έμοιαζαν να μην πατούν στην γη και τα λεπτά της δάχτυλα άλλη δουλειά δεν έκαναν από το να με φροντίζουν και να με περιποιούνται. Η φωνή της αντηχούσε σαν μελωδία στα αυτιά μου, μα αυτό που με είχε κερδίσει, από την πρώτη στιγμή, ήταν τα μάτια της.
   Θα ορκιζόμουν πως τα είχα δει πολλές φορές να με κοιτούν με ζεστασιά, συμπόνια και μία αδιόρατη θλίψη. Φυσικά ήταν αδύνατο αφού όταν έφυγα εγώ από το χωριό, εκείνη ήταν μικρό παιδί, αν υποθέσουμε ότι έμενε εδώ. Βλέπεις δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για εκείνη. Όποτε προσπαθούσα να μάθω κάτι για την ζωή της η θλίψη, στα υπέροχα μάτια της, μεγάλωνε και άλλαζε κουβέντα.



  Αν με ρωτήσεις καλά- καλά δεν κατάλαβα πότε και πως την ερωτεύτηκα. Ίσως έφταιγε που ήταν τόσο διαφορετική από τις άλλες γυναίκες του χωριού. Ευαίσθητη και ευάλωτη, μα συγχρόνως δυνατή. Κλειστός χαρακτήρας, αλλά μαζί μου σιγά- σιγά είχε ανοιχτεί. Περνούσαμε και πολλές ώρες μαζί. Αν ήταν στο χέρι της, νομίζω θα κοιμόταν και στο ιατρείο. Ποιος ξέρει τι βάσανα έκρυβε το δικό της σπίτι και συννέφιαζε τόσο κάθε φορά που έπρεπε να φύγει.
  Το ζύγισα καλά στο μυαλό μου, πριν πάρω την απόφαση, να της μιλήσω για τα αισθήματα μου. Έπρεπε να είμαι σίγουρος, τόσο γι’ αυτά που ένιωθα, όσο και για το ότι θα μπορούσα να ανταπεξέλθω. Έμοιαζε τόσο ευάλωτη, τόσο τρωτή. Η ψυχή μου, δίχως αμφιβολία θα καιγόταν στην κόλαση, αν ακόμα και άθελα μου πλήγωνα ένα τέτοιο πλάσμα.
  Μόλις ολοκλήρωσα την φράση μου, κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών της. Έπειτα σχεδόν τραυλίζοντας, παραδέχτηκε πως και εκείνη έτρεφε συναισθήματα για μένα. Την έσφιξα στην αγκαλιά μου ενθουσιασμένος. Με απώθησε μαλακά και μου είπε πως πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, έπρεπε να ξέρω ότι πριν από μένα… Δεν την άφησα να συνεχίσει. Δεν με ένοιαζε το παρελθόν της. Αν είχε αρραβωνιαστεί ή παντρευτεί ή αν κανένας παλιάνθρωπος την είχε ξεγελάσει και είχε εκμεταλλευτεί την αθωότητα της, τίποτα δεν ήθελα να ξέρω. Για μένα θα ήταν σαν να είχε γεννηθεί την στιγμή που την γνώρισα.
  Έτσι ξεκίνησε η σχέση μας. Μια σχέση που μέρα, με την μέρα, γινόταν όλο και πιο δυνατή. Όταν έφτασε η στιγμή που φοβόμουν όσο τίποτα, με περίμενε άλλη μία έκπληξη. Άρχισε να τρέμει και λίγο μετά ξέσπασε σε λυγμούς. Έμεινα άναυδος να την κοιτάζω. Ήταν δυνατόν από την απειρία μου, να είχα καταφέρει να πληγώσω, τη μόνη γυναίκα που είχα καταφέρει να αγαπήσω στην ζωή μου;
  Μόλις ηρέμησε έσπευσε να με καθησυχάσει, λέγοντας μου, πως δεν είχα κάνει κάτι εγώ. Με αγάπαγε και με ήθελε πολύ, αλλά χρειαζόταν λίγο χρόνο. Χρόνο και κατανόηση. Ήταν οφθαλμοφανές, πως δεν ήμουν ο μόνος, που είχε πληγές να γιατρέψει, σε αυτό το θέμα. Έτσι ο καιρός κύλησε και όταν τελικά ενωθήκαμε, όχι μόνο λειτούργησα κανονικά, για πρώτη φορά στην ζωή μου, αλλά μπορούσα και να ορκιστώ, ότι ακόμα και να γύριζε ο χρόνος πίσω, θα επέλεγα να ξαναπέρναγα τα ίδια βασανιστήρια, μόνο και μόνο ,για να μην χάσω εκείνη την στιγμή.



  Όλα καθαρά, ευαίσθητα, τρυφερά, γεμάτα αγάπη, όπως πρέπει να είναι η ένωση ενός ζευγαριού. Η ώρα που ένα ζευγάρι ενώνεται, μοιάζει να είναι η μόνη ώρα, που καταφέρνει να αγγίξει τον Θεό. Αν φυσικά υπάρχει αγάπη. Πως θα μπορούσε να συγκριθεί, ετούτη η ξεχωριστή στιγμή με τις ποταπές ενώσεις, σε σκοτεινά σοκάκια ή φτηνά ξενοδοχεία. Πως θα μπορούσε να συγκριθεί εκείνη, που ήταν ο άγγελος μου, με τις παλιογυναίκες που σέρνονται σε σπίτια, σαν εκείνο που με τραβολόγαγε σε όλη την εφηβεία ο πατέρας μου.
  Τότε ήταν που δεν άντεξα και της μίλησα για όλα. Για τα ψυχικά μου τραύματα που οδήγησαν, στην μέχρι προσφάτως, ανικανότητα μου. Για την άθλια συμπεριφορά του πατέρα μου και εκείνης της αισχρής γυναίκας, που στο πρόσωπο της είχα μάθει να φοβάμαι και να απεχθάνομαι την επαφή με το γυναικείο κορμί.
  Ειλικρινά δεν ήξερα αν μισούσα περισσότερο εκείνη ή τον πατέρα μου. Εκείνος ότι και να είχε κάνει, ήταν πατέρας μου και οι αρχές μου, δεν μου επέτρεπαν να ευχηθώ το κακό του. Εκείνη όμως, ο Θεός να με συγχωρήσει, θα ήθελα να την δω να βασανίζεται και να παραδίδει την ψυχή της με πόνο. Πρέπει, άθελα μου, να έβγαλα όλη την πίκρα και την κακία που έκρυβα μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα να την κάνω να βάλει τα κλάματα.
  Μόλις είδα τα υπέροχα μάτια της να γεμίζουν και την ίδια να ξεσπάει σε λυγμούς, μετάνιωσα για όλες τις πικρές κουβέντες, που είχα ξεστομίσει. Ήταν τόσο ευάλωτη που, αν και δεν είχε καμία ευθύνη, για όσα είχα περάσει, ο πόνος και το μίσος μου την είχαν πληγώσει. Την έσφιξα στην αγκαλιά μου και την καθησύχασα. 
  Θέλοντας να  ξαναδώ τον ήλιο να ανατέλλει στο βλέμμα της,  της είπα κάτι που κλωθογύριζε στο μυαλό μου εδώ και καιρό. Ήθελα να την παντρευτώ και να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί της. Εκείνη αντί να χαρεί σκοτείνιασε περισσότερο. Οι λυγμοί τώρα πια την τράνταζαν ολόκληρη. Σκέφτηκα πως θα ήταν από τη συγκίνηση και προσπάθησα να την αγκαλιάσω. Με έσπρωξε και μου είπε ότι ήταν αδύνατο, εμείς οι δύο να παντρευτούμε. Την κοίταξα αποσβολωμένος. Αφού με αγαπούσε και την αγαπούσα.



  Αφού ηρέμησε, μου είπε πως ο πατέρας μου δεν θα δεχόταν ποτέ αυτόν τον γάμο. Της είπα πως ο πατέρας μου θα ενθουσιαζόταν στην ιδέα του να με δει παντρεμένο. Τότε εκείνη με παγερή και σταθερή φωνή είπε «Όχι μαζί μου». Θέλησα να μάθω το γιατί και τότε ξανά- ξέσπασε σε κλάματα.   Με παρακάλεσε να μην την ρωτώ και πάνω από όλα να μην κάνω το λάθος να πω το παραμικρό, στον πατέρα μου, γιατί τότε θα καταστρέφονταν όλα.
  Την καθησύχασα και της είπα πως θα γινόντουσαν όλα, όπως εκείνη ήθελε, για να ηρεμήσει. Δεν άντεχα να την βλέπω σε αυτή την κατάσταση. Ήταν βέβαια από τις λίγες φορές, που δεν σκόπευα να κρατήσω την υπόσχεση μου. Πρώτα από όλα, ήμουν βέβαιος, πως οι φόβοι της ήταν υπερβολικοί.
  Προφανώς, θεωρούσε πως ο πατέρας μου δεν θα την ήθελε για νύφη, επειδή δεν είχε προίκα ή γιατί δεν ήμουν εγώ ο πρώτος άντρας της ζωής της. Εγώ πάλι ήμουν σίγουρος, πως με τη λύσσα που χε ο πατέρας μου να αποδείξει, πρώτα στον εαυτό του και μετά στα μάτια του χωριού, ότι ο γιός του ήταν φυσιολογικός, κατά τα δικά του πρότυπα, θα δεχόταν για νύφη την οποιανδήποτε .
  Ακόμα και έτσι να γινόταν όμως, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να υποχωρήσω. Αρκετό κακό είχε κάνει στην ζωή μου η εμμονή του, να επιβάλει την θέληση του. Αυτή την γυναίκα την λάτρευα. Με την αγάπη και την τρυφερότητα της, μου είχε δώσει πίσω, όσα η δική του αγριότητα, βάναυσα μου είχε στερήσει.
  Πήγα στο σπίτι με σκοπό να ανακοινώσω την απόφαση μου παρά να την συζητήσω. Ο πατέρας μου με άκουγε και γελούσαν και τα μουστάκια του. Αφού τελείωσα, έβαλε να πιούμε κρασί και μου είπε, πως τώρα ήταν  σειρά του να μιλήσει.
  Ήταν πολύ χαρούμενος που τελικά είχα γίνει άντρας σωστός. Αυτός βαθιά μέσα του το ήξερε, πως ο δικός του γιός, δεν μπορούσε να μην ήταν αληθινός άντρας. Τώρα λοιπόν, που έστω και καθυστερημένα, είχα αρχίσει να φέρομαι φυσιολογικά, έπρεπε να κοιτάξω να το γλεντήσω. Ας έκανα το γούστο μου με την Άννα. Αφού μου άρεσε, ας την σπίτωνα κιόλας, αν ήθελα. Όταν θα ερχόταν η ώρα να παντρευτώ, θα μου έβρισκε μια σωστή κοπέλα, να κάνω οικογένεια.



  Για πρώτη φορά στην ζωή μου, έγινα έξαλλος και χτύπησα το χέρι μου στο τραπέζι. Του είπα πως εγώ θα παντρευόμουν την Άννα, αυτήν και καμία άλλη. Ξέσπασε σε ένα γέλιο τρανταχτό, πρόστυχο και προσβλητικό. Μου είπε ότι με καταλάβαινε. Όλοι οι άντρες, όταν πάνε πρώτη φορά με γυναίκα κολλάνε, ειδικά όταν αυτή ξέρει τα κόλπα που ξέρει μια επαγγελματίας.
  Τον κοίταξα σαν να μιλούσε άλλη γλώσσα, ενώ τα αυτιά μου βούιζαν. Προσπαθούσα να βάλω τις λέξεις του σε διαφορετική σειρά, μήπως και έβγαζαν νόημα, μα και πάλι δεν μπορούσα να καταλάβω.
  Γελώντας ακόμα, άρχισε να μου μιλάει γεμάτος έπαρση, για τον εαυτό του. Πως αυτός ήταν άντρας και πατέρας σωστός και ήθελε να δει και τον γιό του να του μοιάζει. Δεν καταλάβαινα τι σχέση μπορεί να χαν αυτά με τον γάμο μου, με την Άννα.
  Τότε με κοίταξε και δίχως έλεος ξεστόμισε τα λόγια που σμπαράλιασαν τον κόσμο μου, σε χίλια κομμάτια. Ή Άννα δεν ήταν παρά μία πόρνη. Μια πόρνη που από πάνω της, είχαν περάσει αμέτρητοι, ανάμεσα σε αυτούς και ο πατέρας μου. Κόρη της ίδιας πόρνης, στην οποία με τραβολόγαγε στα εφηβικά μου χρόνια. Το βουητό στα αυτιά μου μεγάλωσε τόσο που με δυσκολία τον άκουγα. Γι’ αυτό τα μάτια της μου ήταν τόσο οικεία. Ήταν τα ίδια μάτια, που με κοίταζαν τότε. Όταν μωρό ακόμα γινόταν μάρτυρας, της βρωμιάς της μάνας της, που έμελλε να γίνει και δική της. Εκείνος την είχε πληρώσει για να παίξει τον ρόλο που έπαιξε και να με κάνει επιτέλους άντρα. Ξάφνου το δωμάτιο σαν να στέρεψε από οξυγόνο. Πνιγόμουν.
   Πετάχτηκα όρθιος, άνοιξα την πόρτα και άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Στο δρόμο πρέπει να έκανα εμετό, πολλές φορές δεν καταλάβαινα και πολλά. Όλα είχαν θολώσει. Μπήκα στο ιατρείο σαν τρελός. Εκείνη με μια ματιά κατάλαβε και χαμήλωσε το κεφάλι. Ήμουν σε κατάσταση αμόκ. Την άρπαξα από τους ώμους και την τράνταζα, ενώ ούρλιαζα λόγια ασυνάρτητα μεταξύ τους.



  Όλα ψέματα; Όλα κοροϊδία; Όλα για τα λεφτά; Πόσοι είχαν περάσει από πάνω της; Ήθελα να ξέρω. Πήγαινε μαζί τους και όσο καιρό ήμασταν μαζί και με τον πατέρα μου; Άρχισα να την χτυπάω. Ποτέ δεν είχα ικανό τον εαυτό μου για τόση βία. Ιδίως σε μία γυναίκα, μα η κοροϊδία της ήταν η χαριστική βολή για την ψυχική μου ισορροπία.
  Ανάμεσα στα χαστούκια, τις βρισιές και τα αναφιλητά της, την άκουσα να λέει πως δεν το θελε. Πως την ανάγκασαν. Πως μ’ αγαπούσε. Χαμένος κόπος. Τα χέρια μου λες και είχαν δική τους θέληση, έσκαγαν με βία πάνω της, χτυπώντας τη όπου να ναι. Τη θέση μου είχε πάρει ένα θηρίο, που δεν είχα ιδέα πως κατοικούσε μέσα μου, μέχρι που με δυο λέξεις της έκανε το χρόνο να σταματήσει. «Σταμάτα! Σταμάτα είμαι έγκυος!» Έμεινα να την κοιτάζω αποσβολωμένος. Με δυσκολία τραύλισα την πιο ανόητη αρσενική ερώτηση. «Είναι δικό μου;» Φυσικά και ήταν. Σωριάστηκα σε μια καρέκλα εξουθενωμένος. Τότε εκείνη άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα.
  Πατέρα δε γνώρισε ποτέ της. Σπορά κάποιου πελάτη η κανενός από τους αλήτες αγαπητικούς που, κατά καιρούς, κουβαλούσε σπίτι η μάνα της. Σαν παιδάκι δεν πρόλαβε να παίξει. Τα λεγόμενα χρόνια της αθωότητας δεν τα είχε ζήσει ποτέ. Γεννήθηκε κατευθείαν μέσα στη βρομιά. Από τόσο δα παιδάκι το μόνο που θυμάται είναι τη μάνα της να στενάζει κάτω από αντρικά κορμιά.
  Πριν καλά- καλά προλάβει να σχηματιστεί το σώμα της και από παιδικό να γίνει γυναικείο, η μάνα της την έβαλε στη δουλειά. Δεν της είχε έρθει ούτε η πρώτη της περίοδος. Ο πελάτης βλέπεις την ήθελε σαν τρελός και πλήρωνε καλά, έτσι έβαλε στη μάνα της την ιδέα. Έπεσε πάνω της σαν ζώο. Ένα ζώο ασυγκίνητο από τις φωνές και τα παρακάλια της για οίκτο. Ή πρώτη της εμπειρία με τον έρωτα, ποτίστηκε από το αίμα της που έβαψε τα βρόμικα σεντόνια και ένα πόνο αλλιώτικο- βουβό. Ο άντρας εκείνος ήταν ο πατέρας μου. 
  Περνούσαν οι μέρες, τα χρόνια χωρίς να καταλαβαίνει ή να νιώθει πια τίποτα. Όλα μέσα της είχαν νεκρωθεί. Είχαν φροντίσει γι’ αυτό οι άντρες που τις κουβάλαγε η μάνα της και την έπαιρναν ακόμα και με τη βία. Προσπάθησε πολλές φορές  να δώσει ένα τέλος στη ζωή και την ντροπή της. Δυστυχώς καμία δεν στάθηκε τυχερή.



 Έπειτα ο πατέρας μου πλήρωσε την μάνα της καλά, για να την στείλει εδώ, έχοντας τον σκοπό του. Δέχτηκε μόνο και μόνο για να γλιτώσει από το καθημερινό μαρτύριο των αντρών που η ίδια η μάνα της, τις κουβαλούσε. Δεν μου είπε ποτέ ψέματα. Κάποτε μάλιστα προσπάθησε να μου μιλήσει για όλα αυτά, αλλά εγώ την έκοψα λέγοντας, πως δεν ήθελα να ξέρω.
  Όσα έλεγε πως ένιωθε ήταν αλήθεια. Αλήθεια και όλος ο φόβος και η συστολή που είχε για την πρώτη μας επαφή. Βλέπεις τον έρωτα τον είχε γνωρίσει σαν την πιο πρόστυχη και βασανιστική δουλειά.
  Τότε ήταν που ξέσπασα σε κλάματα. Αυτό το πλάσμα παρά την βρομιά και την αθλιότητα που είχε βιώσει, από την ίδια της τη μάνα, τη γυναίκα που θα έπρεπε να την προστατεύει,  από τους άντρες και ιδίως από τον ίδιο μου τον πατέρα με είχε αγαπήσει και εγώ την είχα παραμορφώσει από το ξύλο. Είχα γίνε ίδιος με το θηρίο, που με καταδυνάστευε όλα μου τα χρόνια.
  Δεν άντεχα να βλέπω της κοκκινίλες, που σύντομα θα γίνονταν μελανιές. Τα πρησμένα, ματωμένα της χείλη μου προκαλούσαν ντροπή και πανικό. Το έβαλα πάλι στα πόδια. Περπάτησα πολύ και όταν ξαναγύρισα, είχα πάρει τις αποφάσεις μου. Θα την έπαιρνα και θα φεύγαμε μακριά από την βρομιά και την αθλιότητα, που μας είχαν επιβάλει οι γονείς μας. Θα ξεχνούσαμε τα πάντα και θα κάναμε μία νέα αρχή για μας και το παιδί μας.
  Όπως συνηθίζω να λέω, όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει. Ανοίγοντας την πόρτα, την βρήκα ξαπλωμένη σε μια λίμνη αίματος. Έπεσα πάνω της σαν τρελός, ήταν όμως πλέον πολύ αργά. Αυτή τη φορά τα είχε καταφέρει, δίνοντας ένα τέλος στην βασανισμένη της ζωή και στο παιδί που είχε μέσα της. Από εκεί και έπειτα θυμάμαι ελάχιστα.
  Εμένα σαν σε όνειρο με τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα της, να μπαίνω σπίτι, να ξεκρεμάω το κυνηγετικό και να το αδειάζω πάνω στον πατέρα μου. Έπειτα να το ξαναγεμίζω και χωρίς να θυμάμαι πώς, να φτάνω στο ελεεινό σπίτι του μαρτυρίου των εφηβικών μου χρόνων και να το ξαναδειάζω πάνω σε εκείνη την αισχρή γυναίκα, που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει γίνει μάνα.



  Από τότε ησυχία. Ζω σε ένα όμορφο και γαλήνιο μέρος με την Άννα και την κόρη μας, μακριά από την βρομιά και την αθλιότητα. Εκείνη είναι πάντα χαρούμενη και τα γαλανά της μάτια, έχουν απαλλαγεί από τη θλίψη. Το κοριτσάκι μας της μοιάζει. Γι’ αυτό και το αγαπώ διπλά.
  Ο Νικόλας βρέθηκε να περιπλανάται σαν χαμένος σε έναν επαρχιακό δρόμο, βουτηγμένος στο αίμα. Καταδικάστηκε σε δις ισόβια και εκτίει την ποινή του στο ψυχιατρικό τμήμα της φυλακής. Είναι πάντα ήσυχος, γαλήνιος και χαμογελαστός. Μοιάζει να μην έχει την παραμικρή επαφή με το περιβάλλον. Οι γιατροί λένε πως η κατάσταση του είναι μη αναστρέψιμη.  


Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Σκηνοθεσία – Φωτογράφηση: Αντώνης Μανδράνης
Ηθοποιοί: Χρήστος Γιάνναρης
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης




Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.



Ανδρικό φιλότιμο της Τζένης Κοσμίδου





 Στο μυαλό κάποιου μπορεί να φαντάζει αστείο, όμως την μεγαλύτερη ελευθερία την γνώρισα πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Εδώ κλεισμένος, απαλλαγμένος από κάθε ευθύνη και εμμονή, ένιωσα να ξαναγεννιέμαι. Δεν θυμάμαι που διάβασα πως τα μεγαλύτερα δεσμά είναι αυτά που κουβαλάμε μέσα μας.
  Βλέπεις εδώ ξεκίνησα και να διαβάζω. Όσο ήμουν έξω δεν είχε περάσει ούτε στιγμή από το μυαλό μου να κάνω κάτι τέτοιο. Το θεωρούσα ανoύσιο. Χάσιμο χρόνου και εγώ δεν είχα χρόνο για χάσιμο. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα κάτι να φέρω σε πέρας και έπειτα έπρεπε να το υπερασπιστώ.
  Πρώτα έπρεπε να γίνω αυτό που ο πατέρας μου έλεγε: σωστός άντρας. Ωμή σκληράδα συνδυασμένη πάντα όμως με μπέσα και φιλότιμο. Πάνω από όλα η αξιοπρέπεια. Αξία που στο βωμό της αν χρειαστεί έπρεπε να θυσιάσω και την ζωή μου την ίδια ή την ζωή όποιου τολμήσει να την κηλιδώσει.
  Έπειτα αφού έμαθα πως πρέπει να είναι ο σωστός, σκληρός άντρας, έμαθα πως δεν είχα χρόνο, για όσα οι υπόλοιποι συνομήλικοι μου θεωρούσαν αυτονόητα. Σχολείο, παιχνίδι, χρειάστηκε να τα ξεχάσω πριν ακόμα προλάβω να τα συνηθίσω. Έπρεπε να βρω τρόπο να κερδίσω το ψωμί μου, να συντηρήσω το σπίτι, τη μάνα και την μικρή μου αδελφή.
  Βλέπεις ο πατέρας μου σε έναν καυγά για την υπεράσπιση του αντρικού του φιλότιμου, βρέθηκε πεταμένος σε ένα σοκάκι με δεκάξι μαχαιριές. Από τότε θέλοντας και μη έγινα εγώ ο άντρας του σπιτιού και ας μην είχα κλείσει ούτε τα δέκα.
  Η μάνα πέθανε λίγα χρόνια αργότερα. Θες από την στεναχώρια, γιατί τον λάτρευε τον πατέρα μου, παρά τις παραξενιές του, θες από την κακουχία γιατί τα λεφτά που έβγαζα ίσα που έφταναν για τα απαραίτητα και όταν λέω απαραίτητα μη φανταστείς. Η θέρμανση ή ένα καινούργιο πανωφόρι ήταν πολυτέλεια για μας.



  Κάπως έτσι έμεινα μόνος με την αδελφή μου και έπαψα θέλοντας και μη να  είμαι ο μεγάλος αδελφός. Έγινα μάνα και πατέρας μαζί. Είχα δώσει άλλωστε το λόγο μου στη μάνα, την ώρα που βασανιζόταν να παραδώσει την ταλαιπωρημένη της ψυχή. Της υποσχέθηκα πως όσο ζούσα και ανέπνεα η Ζωίτσα δεν θα γνώριζε ούτε μια πίκρα  στην ζωή της. Τι σόι άντρας θα ήμουν αν δεν κράταγα τον λόγο μου. Θα έτριζαν τα κόκαλα του πατέρα και η μάνα δεν θα έβρισκε ησυχία στο πλευρό του.
  Έσφιξα λοιπόν τα δόντια ακόμα πιο δυνατά. Ό,τι δουλειά μου βρισκόταν την έκανα. Κάποια στιγμή έμπλεξα ακόμα και με τη νύχτα και τις παρανομίες. Καμιά  δουλειά βλέπεις, όσο βρώμικη και να ήταν, δεν φάνταζε μεγαλύτερη ντροπή στα μάτια μου από την αθέτηση του λόγου μου.
  Ακόμα και τότε όμως χωμένος στη  νύχτα μέχρι τον λαιμό δεν ξέχασα ούτε λεπτό τα λόγια του πατέρα. Φώναξα, τσακώθηκα εκβίασα, πούλησα μπραβιλίκι. Ποτέ όμως δεν άπλωσα το χέρι μου να σκοτώσω ή να κλέψω. Ποτέ, ούτε στις πιο δύσκολες στιγμές, δεν μου πέρασε από το μυαλό να εκμεταλλευτώ γυναίκα. Δεν θα μου ήταν δύσκολο αν ήθελα. Για κάποιο λόγο, οι γυναίκες της πιάτσας έκαναν σαν τρελές για μένα. Εγώ όμως με τόσα στο κεφάλι μου δεν είχα καιρό για έρωτες και τον αγαπητικό δεν μου πήγαινε να τον κάνω.
  Οι άντρες, οι ωραίοι, οι σωστοί δεν καταδέχονται να πάρουν λεφτά από γυναίκα και το χουν σε ντροπή να απλώσουν χέρι πάνω της. Έτσι απείχα από τις πόρνες, πέρα από κάποια μοναχικά βράδια που πήγαινα σαν τον κλέφτη, ίσα να πάρω αυτό που είχε ανάγκη το κορμί μου και μετά μακριά.   



  Ποτέ δεν πήγαινα πάνω από μία φορά με την ίδια γυναίκα, δεν ήθελα μπλεξίματα. Δεν ήμουν και σε θέση να νιώσω τίποτα για καμιά. Αν νιώσεις πρέπει και να δώσεις. Αισθήματα, χρόνο, κομμάτια από την ζωή και τον εαυτό σου τον ίδιο και εγώ δεν είχα αυτή την πολυτέλεια. Έτσι η Ζωή έγινε το κέντρο της δικής μου  ανίερης ζωής.
  Τα χρόνια κύλησαν σαν το νερό. Όταν είσαι μονίμως απασχολημένος με την μάχη της ζωής, ο χρόνος τρέχει τόσο γρήγορα, που είναι φύσει  αδύνατο να τον προλάβεις. Ο χαριτωμένος, μαγκάκος
νεαρός, έγινε δύστροπος άντρας, με γκρίζους κροτάφους και το μικρό κοριτσάκι μια πανέμορφη γυναίκα που στο πέρασμά της έκανε τους άντρες να παραμιλάνε. Αυτό ήταν που με τρέλαινε! Δεν άντεχα τα βρώμικα βλέμματά τους πάνω της.
  Οι χυδαίες σκέψεις τους ήταν τόσο φανερές που δημιουργούσαν εικόνες στο μυαλό μου. Εικόνες που έκαναν το αίμα μου να βράζει και τα χέρια μου να τρέμουν. Εκείνη γελούσε. Συνέχεια γελούσε και με έλεγε υπερβολικό. Ήταν τόσο αθώα, τόσο απονήρευτη που ούτε της περνούσε από το μυαλό, πόση βρομιά κρυβόταν κάτω από αυτές τις τάχα γεμάτες θαυμασμό ματιές. Τη σκοτεινή πλευρά των αντρών και του κόσμου ολάκερου δεν μπορούσε καν να την υποψιαστεί.  Η ευθύνη βέβαια ήταν καθαρά δική μου.
  Όταν μεγαλώνεις έναν άνθρωπο κλεισμένο σε μια γυάλα, που αφήνει έξω όλη την κακία του κόσμου και τη σκληρότητα της ζωής δημιουργείς μια μισερή προσωπικότητα, καταδικασμένη να έχει ανάγκη πάντα από έναν προστάτη για να επιβιώσει. Πλέον λοιπόν δεν ήταν μονάχα η υποχρέωση, απέναντι σε εκείνη την παιδική υπόσχεση, που με έκανε να στέκω ακοίμητος φρουρός δίπλα της. Το  βάρος της ευθύνης για το ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, πόσο μάλλον να αντιμετωπίσει, τους κινδύνους και την κακία του κόσμου έπεφτε στις δικές μου πλάτες.
  Μάταια προσπαθούσα να της τα εξηγήσω όλα αυτά. Εκείνη πάντα γελούσε με ένα γέλιο αλλιώτικο που θύμιζε κελάηδισμα καναρινιού, που ανυπομονεί να το σκάσει από το κλουβί, έχοντας την αυταπάτη πως θα φτερουγίσει ανέμελα στον ορίζοντα, θα γνωρίσει άλλα πουλιά που θα το αγαπήσουν όπως ο προστάτης του και όποτε θέλει θα μπορεί να επιστρέφει στο σπίτι του. Βλέπεις κανένα καναρίνι δεν ξέρει ότι έξω από την ασφάλεια του κλουβιού το περιμένουν άγρια πουλιά, έτοιμα να το κομματιάσουν χωρίς δεύτερη σκέψη για να ικανοποιήσουν  την πείνα τους.



  Έτσι και η Ζωή. Είχα φτάσει πλέον σε απόγνωση. Έβλεπα το κακό να έρχεται και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να το σταματήσω. Ως πότε θα απέτρεπα την δύναμη της φύσης. Βέβαια θα μου πεις τυχερά είναι αυτά. Μπορεί και να γνώριζε ένα καλό και τίμιο παλικάρι που θα την αγαπούσε και θα την σεβόταν. Αυτό ήταν όμως το θέμα μου. Δεν μπορούσα να αφήσω τίποτα που αφορούσε την ζωή της στην τύχη.
   «Όταν φοβάσαι κάτι πολύ είναι σαν να προκαλείς την ζωή να σου το δώσει» έτσι έλεγε σε ένα βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου μια μέρα στην βιβλιοθήκη της φυλακής. Ε λοιπόν, δεν μπορεί να βάλει ανθρώπου νους ,πόσο σημαντικές κουβέντες μπορεί να κρύβει ένα βιβλίο στις σελίδες του. Αν το ήξερα νωρίτερα, θα διάβαζα από μικρό παιδί και ίσως τα πράγματα να μην είχαν φτάσει εδώ που έφτασαν. Ίσως οι ζωές όλων μας να ήταν καλύτερες.
  Ήρθε λοιπόν η μέρα που βρέθηκα αντιμέτωπος με τον μεγάλο μου φόβο. Η Ζωή μου ανακοίνωσε ότι ήταν ερωτευμένη. Ασυνείδητα το πρόσωπο μου συννέφιασε. Ήξερα ότι κάποτε θα γινόταν, ότι δεν μπορούσα να το αποφεύγω για πάντα αλλά ήλπιζα η στιγμή να αργούσε πολύ. Βλέποντας το σκοτεινιασμένο μου πρόσωπο τρύπωσε στην αγκαλιά μου σαν μωρό παιδί. Με καθησύχασε λέγοντάς μου πως ο Γιώργος, έτσι έλεγαν τον λεγάμενο, ήταν καλό παιδί και δεν υπήρχε λόγος να ανησυχώ.
  Χιλιάδες ερωτήσεις βομβάρδιζαν το μυαλό μου. Που τον είχε γνωρίσει; Πως κατάφερε να κάνει σχέση μαζί του χωρίς εγώ με τον τόσο, τρυφερό μεν, αλλά πολύ ασφυκτικό κλοιό μου δεν κατάλαβα τίποτα; Την είχε σεβαστεί; Αν τολμούσε να την πληγώσει θα…



  Η ήρεμη φωνή της σαν να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου βιάστηκε να με καθησυχάσει. Ήταν πολύ καλό παιδί, την είχε σεβαστεί, της φερόταν με τον καλύτερο τρόπο και είχε σοβαρό σκοπό γι’ αυτό και ήθελε να με γνωρίσει.   
   Μωρέ εδώ που είχαν φτάσει τα πράγματα, θα με γνώριζε ήθελε δεν ήθελε. Μακάρι γι’ αυτόν να μη χρειαζόταν να με γνωρίσει και από την ανάποδη.
  Ήρθε σπίτι μας το ίδιο βράδυ με μια τεράστια ανθοδέσμη που έκρυβε το πρόσωπο του. Άσχημα αρχίσαμε σκέφτηκα. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι άνθρωποι που έκαναν τσιριμόνιες. Όταν κατέβασε τα λουλούδια και τον είδα τα δόντια μου σφίχτηκαν ασυνήθιστα. Κοιτούσε οπουδήποτε αλλού παρά στα μάτια. Ο άντρας ο σωστός, ο καθαρός, κοιτάζει ίσια στα μάτια και η χειραψία του είναι δυνατή και αντρική. Αυτουνού το χέρι ήταν χλιαρό σαν παράλυτο.
  Όταν πια σήκωσε τα μάτια βεβαιώθηκα ότι η αδελφή μου ήταν μακριά νυχτωμένη. Τόσα χρόνια στην νύχτα έμαθα να ξεχωρίζω τους ανθρώπους από το βλέμμα. Αυτός, όσο και να χαμογελούσε, το χαμόγελο δεν έφτανε στα μάτια του. Το βλέμμα του παρέμενε σκοτεινό. Είχα υποσχεθεί στην μικρή να είμαι ευγενικός και ψύχραιμος, μα όσο τον έβλεπα να προσπαθεί να παραστήσει το καλό πλην τίμιο παιδί σταδιακά έχανα την αυτοσυγκράτησή μου. Σε αυτό βέβαια ίσως και να συνέβαλε το ποτό αφού στην προσπάθειά μου να συγκρατηθώ κατέβαζα το ένα ουίσκι πίσω από το άλλο. Από ένα σημείο και μετά δεν άκουγα καν τι έλεγε. Έβλεπα μόνο μπρος μου, μια καρικατούρα που προσπαθούσε να παραστήσει τον άγιο, με μόνο σκοπό να βλάψει ότι αγαπούσα περισσότερο. Δεν άργησε να έρθει η στιγμή που τον άρπαξα από τον λαιμό να τον πετάξω έξω από το σπίτι μου.  
  Τα κλάματα και οι εκκλήσεις της Ζωής έφταναν σαν από άλλο κόσμο τα αυτιά μου. Όσο τον έβλεπα να μην υπολογίζει την οργή μου και να επιμένει στις θέσεις του, τόσο ο αυτοέλεγχος μου χανόταν. Δεν κατάλαβα πότε άρχισα να τον χτυπάω, είχα θολώσει. Τα χέρια μου ανεβοκατέβαιναν μηχανικά. Η παρουσία της Ζωής στάθηκε μόνο ικανή να με συνεφέρει.   
  Μπήκε στη μέση να μας χωρίσει και τα χέρια της, σφιγμένα σε γροθιές ,ανεβοκατέβαιναν στο στήθος μου, ενώ από τα χείλη της ξεπηδούσαν άναρθρες κραυγές χωρίς νόημα. Μπροστά σε αυτό το θέαμα, τα χείλη του τραβήχτηκαν σε ένα ειρωνικό χαμόγελο, γεγονός που πυροδότησε ένα νέο ξέσπασμα οργής από μεριάς μου. Ευτυχώς και για τους δύο μας πρόλαβε να φύγει. Σαν μέσα από όνειρο, άκουγα την Ζωή να μου φωνάζει, πως δεν θα με συγχωρέσει ποτέ, λίγο πριν κλειστεί στο δωμάτιο της, βροντώντας την πόρτα πίσω της.



 Η συμπεριφορά της με πόνεσε. Να φερθεί έτσι σε μένα, που την έβλεπα σαν κάτι ενδιάμεσο σε πριγκίπισσα και την Παναγιά? Σύντομα όμως το ξέχασα. Ήταν ένα αθώο πλάσμα. Ποιος ξέρει με τι ψέματα την είχε φλομώσει αυτός ο αλήτης. Την είχε κάνει να πιστεύει πως ήταν ο πρίγκιπας του παραμυθιού, που θα της χάριζε αγάπες, λουλούδια και μωρά και εγώ φάνηκα το τέρας που της κατέστρεφε το όνειρο. Δεν πειράζει, καλύτερα να με μισούσε λίγο τώρα, παρά να κατέστρεφε την ζωή της με αυτό το απόβρασμα. Με τέτοιες σκέψεις, βαριά καρδιά και πολύ οινόπνευμα στον οργανισμό μου έπεσα για ύπνο.
  Ένα έντονο φως με έβγαλε από έναν ύπνο βαθύ, χωρίς όνειρα. Πρέπει να ήταν περασμένη η ώρα, ίσως και να είχε μεσημεριάσει. Το παράκανα με το ποτό χθες, γι’ αυτό έπεσα σαν βαρίδι. Στο σπίτι επικρατούσε μια παράξενη ησυχία. Ούτε ήχοι από κατσαρόλια, ούτε η μυρωδιά του φαγητού που άλλοτε τέτοια ώρα κόντευε να γίνει. Έκανα να σηκωθώ μα ένα έντονο σφίξιμο στο στήθος με δυσκόλεψε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Πετάχτηκα γρήγορα πάνω. Η κουζίνα άδεια, το δωμάτιο της άδειο, με μια ντουλάπα ανοιχτή, να χάσκει άδεια και αυτή σαν το χείλος της αβύσσου.
  Όχι δεν μπορεί να είχε φύγει. Άρχισα να ψάχνω το σπίτι σαν μανιασμένος. Λες και υπήρχε περίπτωση να την βρω, κρυμμένη πίσω από κανένα έπιπλο, όπως έκανε παιδί για να με τρομάξει. Τέλος βρήκα το γράμμα. Εκείνο το καταραμένο γράμμα που έδωσε σάρκα και οστά στις μεγαλύτερες μου φοβίες. Λίγες λέξεις μουτζουρωμένες. Πρέπει να έκλαιγε όταν τις έγραφε.
« Στάθηκες για μένα πατέρας, μάνα και αδελφός. Σ’ αγαπάω πάρα πολύ και σε ευχαριστώ για όλα, αλλά αυτός είναι ο άντρας που θέλω να περάσω μαζί του, την υπόλοιπη ζωή μου. Να κάνω οικογένεια, παιδιά και τότε είμαι σίγουρη πως θα καταλάβεις πως ήταν άδικος και ο φόβος και η συμπεριφορά σου. Θα μου λείψεις πολύ. Να προσέχεις τον εαυτό σου. Ζωή.»



  Σαν ξάφνου να έφυγε όλο το αίμα από το σώμα μου και να μαζεύτηκε στα μηνίγγια μου που σφυροκοπούσαν σαν τρελά. Ήμουν σίγουρος πως κάπως έτσι θα την είχε παραμυθιάσει, αλλά ότι θα έφτανε στο σημείο να φύγει μαζί του, όχι αυτό δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μου.
  Από εκείνη την μέρα η ζωή μου έγινε εφιάλτης. Έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου, κάθε ενδιαφέρον για οτιδήποτε άλλο. Έψαχνα μονάχα, έψαχνα σαν μανιασμένος να την βρω. Να προλάβω πριν να είναι αργά. Ήμουν σίγουρος πως η πραγματικότητα απείχε πολύ από τα ρομαντικά της όνειρα. Τα είχα δει τα μάτια του και τα μάτια δεν λένε ποτέ ψέματα, δεν κάνουν λάθος.
  Παρότι έκανα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό και κάτι περισσότερο, δεν κατάφερα τίποτα. Λες και είχε ανοίξει η γη και τους είχε καταπιεί. Πήγαινε πάνω από ένας χρόνος πια και δεν είχα το παραμικρό νέο της. Ήμουν σίγουρος, πως κάτι κακό της είχε συμβεί, αλλιώς θα είχε επικοινωνήσει. Θα μου είχε γράψει, έστω δύο λόγια, για να μην τρελαθώ από την αγωνία. Τίποτα.
  Είχα πια γίνει σκιά του εαυτού μου. Η απουσία της, σε συνδυασμό με την βεβαιότητα, ότι κάτι κακό της είχε συμβεί, με είχε διαλύσει. Κάποτε χρειάστηκε να κατέβω στην Καλαμάτα για μια δουλειά. Το αφεντικό ήθελε να αγοράσει ένα στριπτιτζάδικο και ήθελε να πάω πρώτος εγώ, τάχα σαν πελάτης να δω τι γίνεται.
  Το στριπτιτζάδικο βέβαια ήταν βιτρίνα. Από πίσω κρυβόταν ολόκληρος οίκος ανοχής. Αυτό κυρίως ήθελε να τσεκάρω. Τι κόσμο έχει, τι δυναμική και πάνω από όλα με τι γυναίκες δούλευε. Είχε βλέπεις μια αρχή. Παρότι ήταν και προαγωγός, δε δούλευε ποτέ με ανήλικες και ξένες, που είχαν έρθει παράνομα στη χώρα. Τώρα θες επειδή ακόμα και αυτός είχε τις αρχές του, θες επειδή φοβόταν τα μπλεξίματα, πάντως ήταν νόμος απαράβατος.
  Πήγα με μισή καρδιά μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούσα να αρνηθώ. Έπρεπε να συντηρήσω τον εαυτό μου και να έχω λεφτά για τον ντέντεκτιβ που είχα προσλάβει μπας και καταφέρει ότι δεν κατάφερα εγώ. Στο κάτω- κάτω ήταν εύκολη δουλειά. Θα παρίστανα τον αντιπρόσωπο που πήγε επαγγελματικό ταξίδι για κάνα δύο μέρες και ήθελε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία. Να πιει τα ποτά του και να διασκεδάσει με μερικά εύκολα θηλυκά τώρα που βρισκόταν μακριά από την γυναίκα του.



  Όταν κυκλοφορείς πολλά χρόνια σε τέτοια μέρη, αρχίζουν να σου μοιάζουν όλα ίδια, όπου και να είναι αυτά. Έκατσα, ήπια τα ποτά μου, είδα αδιάφορα το πρόγραμμα, πασπάτεψα και κάνα δυό χορεύτριες ίσα να δείξω ότι ενδιαφέρομαι, για να κάνω επαφή για τα περαιτέρω. Με έστειλαν σε ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας εκεί κοντά.
  Έβαλα ένα ποτό ακόμα, παρότι είχα ζαλιστεί, ετοιμάστηκα και περίμενα. Σε λίγο η πόρτα χτύπησε συνθηματικά. Άνοιξα και μπροστά μου είδα μια γυναίκα, όμοια με τις περισσότερες που είχα γνωρίσει σε τέτοια ξενοδοχεία. Πρόστυχη και προκλητική. Βαμμένη σαν ινδιάνος και με ένα πατσουλί που με ζάλιζε περισσότερο από το ποτό. Άρχισε να με προκαλεί.
    Μου έλεγε πως ήθελε να της κάνω ό,τι πιο πρόστυχο, ό,τι πιο αρρωστημένο, μου περνούσε από το μυαλό. Δεν ξέρω αν έφταιγε το ποτό, ο πόνος και η απογοήτευση που βίωνα τόσο καιρό ή η ωμή προστυχιά της. Συνήθως σεβόμουν τις γυναίκες του είδους της. Πήγαινα σε αυτές για την ανάγκη μου και φρόντιζα να την εκπληρώνω, χωρίς να τις παιδεύω ιδιαίτερα. Με αυτήν όμως μου βγήκε μια πρωτόγνωρη σκληρότητα, σχεδόν μίσος. Βάλθηκα λοιπόν να πραγματοποιήσω την επιθυμία της. Όταν τελείωσα μαζί της ήταν ράκος.
  Θέλοντας να της θίξω την περηφάνια της πόρνης, αλλά και να εξακριβώσω αυτό που ήθελε το αφεντικό, της έχωσα στο σουτιέν είκοσι χιλιάρικα που θα μπορούσε να κρατήσει κρυφά από τον νταβατζή της και την ρώτησα αν έχει κανένα τρυφερούδι να μου στείλει που θα άντεχε περισσότερο.
  Χαμογέλασε με τόση συμπάθεια, που προς στιγμήν, με έκανε να μετανιώσω για τον βάναυσο τρόπο που της φέρθηκα. Τα λόγια που ακολούθησαν λίγο μετά όμως με εξόργισαν. «Θα το κανονίσω. Βέβαια μπορεί να μην είναι τόσο συνεργάσιμη. Ξέρεις πως είναι τώρα τα μικρά, ιδίως όταν είναι καινούργια στη δουλειά. Κλαίνε, χτυπιούνται. Εσύ όμως μην δώσεις σημασία. Με εκατό χιλιάρικα μπορείς να την κρατήσεις όλο το βράδυ και να της κάνεις ότι γουστάρεις.»
  Κρατήθηκα με βία να μην την χαστουκίσω. Η ψυχή της ήταν πιο βρόμικη από το κορμί της που κυλιόταν με τον οποιονδήποτε. Σφίχτηκα να χαμογελάσω και της είπα να ακουμπήσει την πόρτα, ώστε να μπορέσει η μικρή να μπει χωρίς να χτυπήσει. Έβαλα ένα ποτό ακόμα. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω κάτι μαζί της, αν ήταν ανήλικη, αλλά έπρεπε πρώτα να σιγουρευτώ. Το μάτι μου έκοβε. Θα καταλάβαινα με τη μία, αν ήταν όντως ανήλικη ή αν την πλάσαραν έτσι επειδή μικρόδειχνε σε αρρωστημένους, τάχα, μερακλήδες πελάτες. Πήγα στο μπάνιο για ένα ντουζ. Την ώρα που σκουπιζόμουν άκουσα την πόρτα να τρίζει και να κλείνει σιγά. Τύλιξα μια πετσέτα στην μέση μου και βγήκα. Το θέαμα που είδα έκανε το αίμα στις φλέβες μου να παγώσει.



  Η Ζωή. Η δική μου Ζωή ντυμένη και βαμμένη πόρνη. Έρμαιο στα χέρια του κάθε ανώμαλου για εκατό χιλιάρικα. Πάγωσε και εκείνη. Έμεινε στην θέση να με κοιτάει σαν άγαλμα, με κάτι κόρες σαν πιατάκια του καφέ, από την πρέζα που την είχαν ποτίσει, για να αντέξει τον πελάτη, δίχως πολλές διαμαρτυρίες. Για λίγη ώρα κανένας από τους δύο μας δεν έκανε την παραμικρή κίνηση, λες και ο χρόνος είχε παγώσει. Τίποτα δεν κινιόταν σε εκείνο το άθλιο δωμάτιο. Τίποτα εκτός από τα δάκρυα που έτρεχαν ποταμός στα μάγουλά της. Τέλος έπεσε στην αγκαλιά μου και ξέσπασε σε λυγμούς.
  Μιλούσε ακατάπαυστα. Μπερδεμένα δίνοντας τροφή στους χειρότερους εφιάλτες μου. Είχα δίκιο σε όλα. Ο Πρίγκιπας της ήταν ένα τομάρι πολύ χειρότερο από ότι ακόμα και εγώ ο ίδιος μπορούσα να φανταστώ. Όταν έφυγε μαζί του, της είπε ότι τάχα θα την έφερνε στην Καλαμάτα, να την γνωρίσουν οι δικοί του και να ξεκινήσουν της ετοιμασίες του γάμου.

  Μόλις έφτασαν εδώ την κλείδωσε σε ένα υπόγειο. Για πρώτη φορά γνώρισε τον έρωτα, με έναν μερακλή πελάτη, που ακριβοπλήρωνε για να πάει με παρθένες, ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να τις πάρει με το ζόρι. Ακολούθησαν και άλλοι πολλοί. Άλλοι ήπιοι, άλλοι ακόμα πιο αρρωστημένοι. Από ένα σημείο και μετά έχασε τον λογαριασμό και κάθε αίσθηση του χρόνου. Σε αυτό βοηθούσαν και τα ναρκωτικά που την πότιζαν. Σε αυτά δεν πρόβαλε καμία αντίσταση. Την βοηθούσαν να αντέχει.
   Δεν ήθελα να την διακόψω. Είχε τόσο ανάγκη να μιλήσει. Ήταν τόσο καιρό μόνη, με μόνη συντροφιά τον τρόμο, την βρομιά και την ξεφτίλα. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε, την ρώτησα γιατί δεν προσπάθησε να με ειδοποιήσει. Μου είπε πως αυτό ήταν αδύνατο. Την παρακολουθούσαν στενά. Εκτός αυτού ακόμα και να τα κατάφερνε, δεν είχα ιδέα τι ήταν ικανός να κάνει και σε εκείνη και σε εμένα. Παρά την βρομιά στην οποία είχε κυλιστεί, παρέμενε τόσο αθώα. Λες και μπορούσε εκείνο το τομάρι να μου κάνει τίποτα χειρότερο, από ότι ήδη είχε κάνει.
  Της είπα να τον ειδοποιήσει. Να του πει ότι τάχα ο πελάτης είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος και ήθελε να την κρατήσει κοντά του, για τις υπόλοιπες μέρες που θα έμενε και έπρεπε να έρθει, για να τακτοποιήσουν το οικονομικό. Με κοίταξε με δισταγμό. Την παρακάλεσα να μου έχει εμπιστοσύνη. Έκανε ακριβώς ότι της είπα. Έπειτα της ζήτησα να πάει στο μπάνιο, να βγάλει από πάνω της τις μπογιές και
αυτά τα κουρέλια. Δεν άντεχα να την βλέπω έτσι. Της έδωσα να βάλει δικά μου ρούχα. Της είπα να κλειδωθεί μέσα και να μην βγει, παρά όταν θα την φώναζα εγώ. Σε λίγο η πόρτα χτύπησε.



  Του άνοιξα κρυμμένος πίσω της, ίσα να προλάβει να κάνει δύο βήματα, για να του κολλήσω το όπλο με τον σιγαστήρα  στο κεφάλι. Έκλεισα την πόρτα πίσω του και τράβηξα το όπλο του από την ζώνη και το μαχαίρι από την κάλτσα. Τόσα χρόνια στα κόλπα ήξερα καλά τέτοια αποβράσματα. Εκείνος με κοίταζε με τρόμο. Ψέλλιζε κάτι ασυναρτησίες να φερθούμε λογικά, ότι αν ήθελα μπορούσα να πάρω την αδερφή μου και να φύγω, εκείνος δεν θα μας ενοχλούσε ποτέ ξανά. Ήταν σαν όλα αυτά τα ανθρωπάρια. Η μαγκιά του περιοριζόταν σε απροστάτευτες γυναίκες. Τον πυροβόλησα στα πόδια ήθελα να τον δω να γονατίζει. Να παρακαλεί για έλεος, όπως είμαι σίγουρος, ότι θα τον είχε παρακαλέσει και εκείνη και δεκάδες άλλες. Στο μυαλό μου χοροπηδούσαν εικόνες.
   Η Ζωή μωρό, η Ζωή έρμαιο στα χέρια του κάθε ανώμαλου, θόλωσα. Έπεσα πάνω του με λύσσα και άρχισα να τον χτυπάω όπου έβρισκα με γροθιές, κλωτσιές, με το πίσω μέρος του όπλου. Όταν πλέον καταλάγιασε η μανία μου, το κρανίο του είχε διαλυθεί και την θέση του είχε πάρει μια άμορφη μάζα. Τρόμαξα ακόμα και εγώ ο ίδιος, με αυτό που είχα κάνει. Βλέπεις παρά τις βρομοδουλειές, που από τα μικρά μου ήμουν μπλεγμένος, φόνο δεν είχα κάνει ποτέ.
  Η φωνή της από το μπάνιο με έβγαλε από τον λήθαργο. Έπαθε ότι του άξιζε. Αυτός πέθανε μία φορά. Η αδερφή μου πέθαινε καθημερινά σε τέτοια δωμάτια. Τράβηξα τα σκεπάσματα από το κρεβάτι και τα έριξα πάνω του, για να μην αντικρίσει εκείνη το φρικτό θέαμα. Της είπα να ανοίξει. Μόλις με είδε μέσα στα αίματα πάνιασε, Έπειτα κοίταξε πίσω μου και κατάλαβε.
  Μου είπε να μπω στο μπάνιο και να βγάλω τα αίματα από πάνω μου. Η ψυχραιμία της με σόκαρε. Αυτή τη φορά ήταν σειρά μου να υπακούσω. Ξεπλύθηκα και έβαλα καθαρά ρούχα. Την πήρα και φύγαμε. Φτάσαμε νύχτα στην Αθήνα και μπήκαμε στο σπίτι σαν φαντάσματα. Την πήρα μαζί μου στο μπάνιο. Ξήλωσα ένα πλακάκι, αποκαλύπτοντάς  της την κρυψώνα που φύλαγα οικονομίες, που θα έκαναν την ζωή της πιο εύκολη, σε περίπτωση που χρειαζόταν. Δεν ήθελα να μείνει για πάντα μόνη .  
  Μπορεί να μην το έδειχνα, μα και εγώ ήθελα να βρεθεί ένας άνθρωπος σωστός. Να κάνει οικογένεια να… Την πήραν πάλι τα κλάματα. Την έσφιξα στην αγκαλιά μου, μέχρι να ηρεμήσει και της είπα ότι έπρεπε να φύγουμε. Με ακολούθησε πειθήνια. Την πήγα σε μια κλινική αποτοξίνωσης. Λίγο πριν την αφήσω εκεί, της έδωσα ένα βιβλιάριο, με ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που είχα βγάλει από το πλακάκι. Αφού καθάριζε, να έπαιρνε τα χρήματα και να πήγαινε κάπου μακριά. Κάπου που δεν θα την ήξερε κανείς. Να κάνει μια δουλειά δική της και να ξαναφτιάξει την ζωή της από την αρχή. Με κοίταξε με απορία.



  Με ρώτησε τι θα έκανα εγώ. Της είπα το αυτονόητο. Μόλις έφευγα από εκεί, θα πήγαινα να παραδοθώ στην αστυνομία. Έκανε ότι περνούσε από το χέρι της να με μεταπείσει. Μου πε ότι με είχε ανάγκη, ότι η αστυνομία δεν θα με ανακάλυπτε ποτέ, αφού στο ξενοδοχείο, είχα δώσει, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ψεύτικο όνομα. Άλλωστε, πόσο θα έψαχνε η αστυνομία, για ένα τέτοιο κατακάθι. Θα το θεωρούσαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών και η υπόθεση σύντομα θα έκλεινε.
  Της χαμογέλασα. Η υπόθεση, για την αστυνομία ,μπορεί να έκλεινε. Εμένα όμως αν δεν έκανα το σωστό θα με κυνηγούσε πάντα. Ο σωστός άντρας πάντα αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του. Παραδόθηκα. Ο αστυνόμος μου είπε, πως παρότι το έγκλημα ήταν ειδεχθές, ήταν σίγουρος, πως όταν θα ερχόταν η ώρα, το δικαστήριο θα με έκρινε με επιείκεια. Είχα πολλά ελαφρυντικά.
  Έτσι μένω εδώ, για πρώτη φορά στην ζωή μου, ήρεμος και γαλήνιος να περιμένω την επιείκεια του δικαστηρίου, που θα με φέρει πιο κοντά στην Ζωή και τον ανιψιό μου. Ναι πριν λίγες εβδομάδες, η Ζωή μου ανακοίνωσε, ότι όταν της έκαναν τις εξετάσεις στο κέντρο, ανακάλυψαν πως ήταν έγκυος και αποφάσισε να το κρατήσει.



  Το δικαστήριο αναγνώρισε στον Τάσο το ελαφρυντικό της πλήρους συγχύσεως και λαμβάνοντας υπόψη  ότι παραδόθηκε οικειοθελώς, λίγες ώρες μετά το έγκλημα, τον καταδίκασε σε μόλις πέντε χρόνια φυλάκισης με το δικαίωμα μείωσης της ποινής του κατά το ήμισυ στο εφετείο. 
 Η Ζωή αφού ολοκλήρωσε το πρόγραμμα αποτοξίνωσης άλλαξε το επώνυμό της και μετακόμισε σε ένα νησί. Άνοιξε ένα ψιλικατζίδικο, γέννησε και μεγαλώνει ήρεμα το παιδί της. Μαζί περιμένουν την αποφυλάκιση του αδελφού της. Ο ανιψιός του έχει το όνομα του.


Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Σκηνοθεσία - Φωτογράφηση: Αντώνης Μανδράνης
Ηθοποιοί: Γιώργος Γιαννόπουλος
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης



Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.



Μία σύγχρονη Μήδεια της Τζένης Κοσμίδου


  
 Πολλοί ρωτούν, τι είναι αγάπη. Στο όνομα αυτής της τόσο μικρής λέξης γίνονται θαύματα και εγκλήματα. Γεννιούνται όνειρα και εφιάλτες. Αν ρωτήσεις εκατό διαφορετικούς ανθρώπους θα πάρεις εκατό διαφορετικές  ερμηνείες. Αν ρωτήσεις εμένα θα σου πω ότι αγάπη είναι το απόλυτο δόσιμο.  Η πλήρης παραίτηση του εγώ για το εσύ, αδιαφορώντας αν αυτό είναι ή θα γίνει ποτέ εμείς. Έτσι την αντιλαμβανόμουν εγώ την αγάπη από παιδί και όταν γνώρισα εκείνον, τον έναν, τον μοναδικό, έτσι αποφάσισα να την βιώσω.
  Μικρή κοπέλα ήμουν όταν τον πρωτοαντίκρισα. Αμάθητη από έρωτα, από την ζωή την ίδια. Όχι, δεν υπερβάλω. Στην ηλικία των δεκατριών και με έναν πατέρα που δεν με άφηνε να κάνω βήμα τι να είχα προλάβει να ζήσω; Τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά ενώ εκείνος δεν μου έριξε ούτε δεύτερη. Από εκείνη την στιγμή ζούσα για εκείνον ενώ εκείνος στοιχηματίζω πως αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξη μου. Βλέπεις ερχόταν από την πρωτεύουσα. Εκεί που οι γυναίκες κυκλοφορούν ελεύθερα, γεμάτες φτιασιδώματα. Εγώ άλλο από το σπίτι και τα χωράφια δεν ήξερα και που λεφτά για φτιασιδώματα. Ακόμα όμως και να έβρισκα κάπου τα χρήματα, είμαι σίγουρη, πως ο πατέρας μου θα με έσπαγε στο ξύλο, ακόμα και στην ιδέα κοκκιναδιού στα χείλη μου. Ούτε τη μάνα άφηνε. Έλεγε ότι αυτά ήταν για τις πρόστυχες και αυτός ήθελε να δώσει κορίτσι.  
  Έμπαινε και έβγαινε πια στο σπίτι μας συχνά. Μίλαγε ώρες ατελείωτες με τον πατέρα. Από τα λίγα που μπορούσα να καταλάβω από τις κουβέντες τους ήθελε να τον πείσει να αγοράσει τη γη μας. Ο πατέρας  ήταν ανένδοτος. Βλέπεις αγάπαγε το χώμα περισσότερο και από μένα που ήμουν παιδί του. Από τη μάνα μου σίγουρα. Αυτό στάθηκε αιτία να την χάσουμε. Έγκυος στο δεύτερο παιδί της ήταν όταν την έπιασαν οι πόνοι πρόωρα και τα πόδια της έγιναν κόκκινα από το αίμα. Μάταια παρακάλαγε τον πατέρα να την πάει στο νοσοκομείο στην πρωτεύουσα. Είχε συγκομιδή. Η μόνη υποχώρηση που έκανε ήταν πριν πάει στα κτήματα να περάσει από το σπίτι της μαμής και να της πει ότι η γυναίκα του την χρειαζόταν.
  Ήρθε τρεχάτη η μαμή μα δεν στάθηκε ικανή να σταματήσει το κακό. Η μάνα είχε μια επιπλοκή που της στοίχισε την ζωή της. Αν με ρωτήσεις τι δεν μπορώ να θυμηθώ. Πως θα μπορούσα άλλωστε; Μια σταλιά παιδάκι ήμουν, μα η λέξη επιπλοκή χαράχθηκε για καλά μέσα μου. Τόσο περίεργη λέξη, τόσο όμορφη και όμως στοίχισε δύο ζωές. Τώρα που το καλοσκέφτομαι ίσως να στοίχισε και τρείς. Ίσως αν δεν ήταν αυτή να ήταν και η δική μου ζωή διαφορετική. Ήθελα τόσο ένα αδελφάκι. Δεν με ένοιαζε αν θα ήταν αγόρι ή κορίτσι. Μου έφτανε που θα είχα μια παρέα, μα δεν ήταν αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή μου, όσο ο χαμός της μάνας.
  Η γλυκύτητα και η καλοσύνη της ήταν το αντίβαρο στην σκληρότητα και την καταπίεση του πατέρα. Όταν εκείνος βάραγε εκείνη χάιδευε. Όταν εκείνος με κυνηγούσε, εκείνη ήταν το πιο ασφαλές καταφύγιο. Μιλάω κυριολεκτικά. Δεν ήταν βλέπεις λίγες οι φορές που είχε φάει ξύλο εκείνη αντί για μένα. Όταν την έχασα, έχασα τα πάντα. Έμεινα μόνη και απροστάτευτη στον άγριο κόσμο του πατέρα. Έναν κόσμο γεμάτο κανόνες, φοβέρα, δουλειά, ξύλο και ταπεινώσεις. Μόνη μου παρηγοριά η ανάμνηση από τα παραμύθια που μου έλεγε εκείνη, με τον γαλάζιο πρίγκιπα που θα ερχόταν να με σώσει. Μόλις αντίκρισα τις μαύρες θάλασσες των ματιών του ήμουν σίγουρη ότι ήταν εκείνος.
  Έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να με προσέξει. Όταν ερχόταν σπίτι να μιλήσει με τον πατέρα, φρόντιζα πάντα να τον περιποιούμαι και να επιδεικνύω την νοικοκυροσύνη μου. Προσπαθούσα να είμαι όσο το δυνατόν πιο όμορφη. Μια φορά το παράκανα τόσο που μέχρι και ο πατέρας κάτι κατάλαβε και έγινε έξω φρενών.



  Εκείνη την ημέρα σαν να μην έφτανε η περιποιητικότητα και η συνεχής επίδειξη νοικοκυροσύνης που έκανα κάθε φορά, είχα βάλει και τα Κυριακάτικα ρούχα που φόραγα στην εκκλησία. Τα χαρακτηριστικά του πατέρα είχαν αλλοιωθεί από την οργή, χωρίς τότε να μπορώ να καταλάβω το γιατί. Έδιωξε με μια πρόχειρη δικαιολογία τον ξένο και πριν προλάβει να κλείσει η πόρτα με πέταξε στο πάτωμα και άρχισε να με χτυπάει όπου έβρισκε. Ακόμα θυμάμαι τις πρόστυχες λέξεις με τις οποίες με έλουζε, ενώ οι μπότες και οι γροθιές του έπεφταν με φόρα πάνω μου.  «Ακόμα δεν έσκασες από το αυγό μου θέλεις και κόκορα! Πρόστυχη! Ξεφτιλισμένη!» και αυτά ήταν τα πιο ανώδυνα. Μπορεί και να με είχε σκοτώσει αν από τις φωνές μου δεν ερχόταν η Κατερίνα.
  Η Κατερίνα ήταν η κόρη του γείτονα μας. Μην φανταστείς καμιά μεγάλη γυναίκα, θα ήταν δεν θα ήταν δεκαέξι το πολύ δεκαεπτά. Ο πατέρας της πρέπει να ήταν πολύ πιο ελαστικός από τον δικό μου, αφού την άφηνε να μιλά στον πατέρα στον ενικό. Εγώ αν τόλμαγα να μιλήσω σε μεγάλο στον ενικό, ούτε μπορώ να φανταστώ τι με περίμενε. Εκείνη την μέρα την έβλεπα σαν τον καλό μου άγγελο. Ήρθε με γλίτωσε από τα χέρια του και μου πε να φύγω για λίγο μέχρι να ηρεμήσει. Χωρίς να ξέρω που να πάω το έβαλα στα πόδια και η Κατερίνα έμεινε πίσω.
  Όταν γύρισα ο πατέρας μου ήταν άλλος άνθρωπος. Δεν είχε ίχνος θυμού πάνω του, ίσα - ίσα έδωσε χρήματα στην Κατερίνα και της είπε να με πάει να ψωνίσω δύο καινούργια φουστάνια και ένα ζευγάρι παπούτσια. Έμεινα να τον κοιτάζω σαν χαζή. Από τότε που πέθανε η μάνα γυρνούσα με κουρέλια και αποφόρια άλλων. Δεν ήταν ότι δεν είχε χρήματα, άλλα όπως έλεγε συνήθως, το θεωρούσε πεταμένα λεφτά. Ότι είχε και δεν είχε το επένδυε στην γη.
  Πήραμε το λεωφορείο για να κατέβουμε στην αγορά. Μπορεί να φαίνεται χαζό, αλλά με μιας είχα ξεχάσει και το ξύλο και τις βρισιές. Όλα φάνταζαν μαγικά. Στη διαδρομή γίναμε φίλες με την Κατερίνα. Τόσο που της μίλησα και για εκείνον. Στην αρχή δεν ήθελα φοβόμουν και ντρεπόμουν πολύ αλλά εκείνη που απ’ ότι είπε το είχε καταλάβει, με ενθάρρυνε και σιγά - σιγά ανοίχτηκα και της τα είπα όλα. Όχι μόνο πήραμε τα φορέματα και τα παπούτσια αλλά πήγαμε και μου έκοψαν και τα μαλλιά. Ύστερα με πήρε σπίτι της για να ολοκληρώσει την μεταμόρφωσή μου.
   Μου αραίωσε τα φρύδια, ώστε όπως είπε να φαίνονται τα μάτια μου που χανόντουσαν κάτω από τόσες τρίχες και μου ξύρισε τα πόδια και τις μασχάλες. Για αυτά τα τελευταία είχα πολλές αντιρρήσεις. Φοβόμουν βλέπεις την αντίδραση του πατέρα. Εκείνη όμως με καθησύχασε, λέγοντας πως ο πατέρας είχε δώσει την άδεια του για όλα αυτά. Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το σπίτι μου έβαλε στην τσέπη το πρώτο μου κοκκινάδι. Έμεινα να την κοιτάζω άναυδη. Ήταν αδύνατο ο πατέρας να είχε συμφωνήσει και γι’ αυτό και όμως είχε.
  Ήταν η μέρα των εκπλήξεων αφού όταν μπήκαμε στο σπίτι ο πατέρας δεν ήταν μόνος. Στη μέση του δωματίου στεκόταν εκείνος. Μόλις μπήκαμε στο σπίτι για πρώτη φορά τα μάτια του στάθηκαν πάνω μου. Επιτέλους με είχε δει! Αυτό το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα άξιζε ακόμα και να με σκοτώσει ο πατέρας. Σχεδόν δεν ανέπνεα. Από τη μία η συγκίνηση και το χτυποκάρδι από την άλλη ο φόβος για την καταιγίδα που ήμουν σίγουρη ότι από λεπτό σε λεπτό θα ξεσπούσε. Αντί της καταιγίδας με χτύπησε κεραυνός.
  Ο πατέρας όχι μόνο δεν έγινε έξαλλος αλλά έφυγε για να βοηθήσει την Κατερίνα σε κάποιες δουλειές, για να την ευχαριστήσει, όπως είπε, για όσα έκανε για μένα. Είχα μείνει να τον κοιτάζω αποσβολωμένη όταν φεύγοντας τον άκουσα ,σαν από όνειρο, να μου λέει να περιποιηθώ τον Ηλία μέχρι να γυρίσει. Ώστε Ηλία τον έλεγαν και επιτέλους με είχε προσέξει και ο πατέρας όχι μόνο δεν είχε θυμώσει αλλά με άφηνε μόνη μαζί του, να του κρατήσω συντροφιά και να τον περιποιηθώ.
  Όλα έπειτα έγιναν αυτόματα, κάτω από ένα το μαγικό πέπλο, που έκανε τα πάντα να φαντάζουν παραμυθένια. Η φωνή του ηχούσε σαν μελωδία στα αυτιά μου. Μου ζήτησε έναν καφέ. Τα πόδια μου σχεδόν δεν πατούσαν στην γη. Όταν του τον πήγα άπλωσε το χέρι του να τον πάρει και τα δάχτυλα του άγγιξαν φευγαλέα τα δικά μου. Η ταραχή μου ήταν τόση, που ο καφές κατέληξε στο πάτωμα. Τραύλισα με το ζόρι ένα συγνώμη και έσκυψα να μαζέψω τα γυαλιά, με μάτια έτοιμα να τρέξουν. Τα είχα κάνει θάλασσα. Έσκυψε και εκείνος μαζί μου. Με καθησύχασε με λόγια τρυφερά. Πήρε τα γυαλιά, από τα χέρια μου, για να μην κοπώ και τότε ξέσπασα σε κλάματα στην αγκαλιά του. Αν με ρωτήσεις το γιατί ακόμα και τόσα χρόνια μετά δεν θα ξέρω τι να σου απαντήσω. Τα ρουθούνια μου είχαν γεμίσει από την μυρωδιά του. Ήμουν σίγουρη ότι δεν υπήρχε μεγαλύτερη ευτυχία, από αυτή, που βίωνα εκείνη την στιγμή. Διαψεύστηκα λίγες στιγμές μετά, όταν τα χείλη του σφάλισαν τα δικά μου. Κάπως έτσι άρχισε το όνειρο. Βρισκόμασταν κάθε μέρα, στα κρυφά, για να ανταλλάξουμε φιλιά και ερωτόλογα. Ζούσα την απόλυτη ευτυχία. Μονάχα στην Κατερίνα είχα εμπιστευτεί το μυστικό μου. Χρειαζόμουν ένα σύμμαχο για να καταφέρνω να το σκάω κάθε μέρα από το σπίτι και να συναντώ τον Ηλία. Εκείνη ήταν που βρήκε και την λύση στο πρόβλημά μου.




  Γιατί να βλέπω τον Ηλία λίγες στιγμές κλεφτά όταν μπορώ να ζω μαζί του; Γιατί να μην τον παντρευτώ; Η ιδέα του να γίνω γυναίκα του ξεπερνούσε για μένα κάθε φαντασία. Μου το είχε προτείνει και ο ίδιος, αλλά πώς να πω στον πατέρα μου ότι, σε αυτή την ηλικία, ήθελα γάμο; Σίγουρα είχε αλλάξει πολύ τον τελευταίο καιρό, αλλά κάτι τέτοιο θα τον έκανε σίγουρα έξαλλο. Τότε η Κατερίνα μου πρότεινε το ίδιο που μου χε προτείνει ο Ηλίας. Να τον φέρουμε προ τετελεσμένου γεγονότος. Αν άφηνα τον Ηλία να με κάνει γυναίκα του πριν παντρευτούμε, ο πατέρας μετά δεν θα είχε άλλη επιλογή.
   Ομολογώ πως την πρώτη φορά που το άκουσα έγινα έξαλλη και για πρώτη φορά τον αποπήρα. Η ιδέα της σημαντικότητας της παρθενίας βλέπεις, ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα μου τόσο από τον πατέρα, όσο και από όλο το χωριό. Όταν όμως μου πρότεινε και η Κατερίνα το ίδιο πράγμα, το ξανασκέφτηκα. Για να με συμβουλεύουν το ίδιο, οι δύο άνθρωποι που με αγαπούσαν τόσο, δεν μπορεί παρά να ήταν το σωστό. Έτσι άφησα τον Ηλία να με κάνει δική του.
  Φανταζόμουν αυτή την πράξη ως κάτι πολύ όμορφο και η αλήθεια είναι ότι απογοητεύτηκα λίγο. Η αλήθεια δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είχα πλάσει στην φαντασία μου. Όλα έγιναν για πρώτη φορά σε ένα χωράφι. Όπως καθόμασταν, ο Ηλίας με έσπρωξε πίσω και ξάπλωσε από πάνω μου.
  Ο έντονος πόνος που ένιωσα  και το βάρος του να με πιέζει λες και ήθελε να με σκάσει δεν είχε τίποτα το ρομαντικό, μα έσφιξα τα δόντια και έκανα υπομονή. Αν αυτός ήταν ο τρόπος για να γίνω γυναίκα του και να ζω μαζί του, θα τον υπέμεινα όσες φορές και αν χρειαζόταν.
Αργότερα, όταν το συζήτησα με την Κατερίνα μου είπε, πως μετά από μερικές φορές ο πόνος δεν θα είναι ο ίδιος, αλλά και να ήταν, έπρεπε να κάνω υπομονή. Όπως μου εξήγησε, ο έρωτας ήταν το αντίτιμο που όφειλε να δίνει μια γυναίκα στον άντρα για να την παντρευτεί και να της κάνει παιδί. Έτσι έκανα υπομονή.
  Δεν είχαν περάσει ούτε λίγες μέρες, όταν μας έπιασε επ’ αυτοφώρω ο πατέρας μέσα στο αγροτικό του Ηλία. Ευτυχώς που βρέθηκε εκεί κοντά η Κατερίνα, αλλιώς, πάνω στον θυμό του, τον είχα ικανό να μας σκοτώσει και τους δυό. Τελικά αυτή η κοπέλα ήταν σίγουρα ο καλός μου άγγελος. Αφού ησύχασε τα πνεύματα είπε, στον Ηλία, να περάσει το βράδυ από το σπίτι, που θα είχε ηρεμήσει ο πατέρας, για να συζητήσουν τα του γάμου, αφού όπως είχαν έρθει τα πράγματα άλλη λύση δεν υπήρχε.
  Με καθησύχασε και με πήρε σπίτι της για να με ετοιμάσει. Όταν τελείωσε και είδα το είδωλο μου στον καθρέφτη δεν πίστευα στα μάτια μου. Πρώτη φορά ήμουν τόσο όμορφη. Όταν πήγαμε σπίτι ο πατέρας ήταν ήρεμος. Λίγο αργότερα ήρθε και ο Ηλίας. Συμφώνησαν να παντρευτούμε δύο Κυριακές μετά.
  Πριν προλάβω να το καταλάβω η ευλογημένη μέρα είχε φτάσει. Αυτή η τόσο ξεχωριστή μέρα για την ζωή κάθε γυναίκας. Φάνταζαν όλα μαγικά. Το νυφικό, η εκκλησία, τα λόγια του παπά. Οι πρώτες μέρες κύλησαν όμορφα και ήρεμα. Απολάμβανα την καινούργια μου ζωή. Το καινούργιο μου σπίτι και την χαρά του να ζω με τον πρίγκιπα των ονείρων μου. Οι φωνές, οι βρισιές και οι κακουχίες που αποτελούσαν καθημερινότητα στο πατρικό μου, φάνταζαν πια παρελθόν. Δυστυχώς, όπως είχα ακούσει την μάνα μου να λέει κάποτε, όλα τα καλά είναι καταδικασμένα να κρατούν λίγο.



  Ήταν πάλι Κυριακή μόλις μια εβδομάδα μετά τον γάμο, όταν μετά από πρόσκληση του Ηλία, ο πατέρας ήρθε στο σπίτι για φαγητό. Άρχισαν να συζητούν πάλι για τα κτήματα, που είχαν σταθεί αφορμή να τον γνωρίσω, και μέσα σε λίγα λεπτά η συζήτηση μετατράπηκε σε καυγά. Ο Ηλίας απαιτούσε ο πατέρας να του γράψει τα κτήματα, αφού όπως του είχε πει όταν του είχε προτείνει να τα αγοράσει, ήταν προίκα μου.
Ο πατέρας πάλι με ψυχρή φωνή του απάντησε, πως όταν έκαναν αυτή τη συζήτηση, δεν φανταζόταν ότι θα παντρευόμουν τόσο σύντομα.
  Τα είχα κυριολεκτικά χαμένα. Αυτόν τον Ηλία, τον σκληρό, τον απόλυτο, δεν τον ήξερα. Δεν φανταζόμουν καν ότι υπήρχε. Ο πατέρας του έκανε ξεκάθαρο, πως η συμπεριφορά του, απέναντι στον ίδιο και στο σπίτι του ήταν ανέντιμη. Τον κατηγόρησε ότι εκμεταλλεύτηκε την απειρία και την ανοησία μου μόνο και μόνο για να βάλει στο χέρι τα κτήματα και τότε ο Ηλίας του αντιγύρισε ότι και εκείνος, με την σειρά του, χρησιμοποίησε τα κτήματα, για να με ξεφορτωθεί εκείνος και να με φορτωθεί αυτός. Δεν άντεχα να ακούσω άλλο. Αυτό ήμουν λοιπόν και για τους δύο; Ένα βάρος; Έφυγα κλαίγοντας για την κρεβατοκάμαρά μου.  Κανείς από τους δύο  δεν έδειξε, όμως, να το προσέχει.
  Πρέπει να είχε περάσει πάνω από μια ώρα όταν τελικά άνοιξε η πόρτα. Στο κατώφλι της στεκόταν ένας Ηλίας αγνώριστος. Άγριος και σκληρός. Χωρίς να πει τίποτα, έπεσε πάνω μου σαν ζώο, κάνοντάς  με δική του με τον πιο πρόστυχο και βάναυσο τρόπο. Λες και προσπαθούσε να ξεσπάσει την απογοήτευσή του πάνω στο κορμί μου. Λες και υπεύθυνη γι’ αυτήν ήμουν εγώ. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν για μέρες, χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί, ώσπου αποφάσισα να μοιραστώ το πρόβλημα μου με την Κατερίνα.
  Εκείνη τότε με συμβούλεψε να υποκύπτω, αδιαμαρτύρητα στις ορέξεις του, γιατί όλα θα άλλαζαν μόλις έμενα έγκυος. Ώστε αυτό επεδίωκε λοιπόν; Αυτή η συνειδητοποίηση γέμισε και πάλι την ψυχή μου χαρά, μόνο που δεν μπορούσα να καταλάβω, γιατί έπρεπε να επιδιώκει κάτι τόσο όμορφο, με τόσο βάναυσο τρόπο. Η Κατερίνα τότε μου είπε, πως η γυναίκα πρέπει να υπακούει τον άντρα της και να συμμορφώνεται στις επιθυμίες του, άσχετα με το αν μπορεί να τις κατανοήσει. Έτσι και έκανα, ώσπου ήρθε η ευλογημένη στιγμή, που μάθαμε ότι είμαι έγκυος. Η χαρά μου δεν περιγραφόταν. Η στάση του Ηλία  άλλαξε με μιας.
   Έγινε πάλι γλυκός και τρυφερός και έπαψε να με κάνει δική του, από φόβο, μην βλάψει το παιδί μας. Καλέσαμε τον πατέρα για φαγητό για να του ανακοινώσουμε τα νέα. Ήρθε μαζί με την Κατερίνα και ας μην την είχαμε καλέσει. Ο Ηλίας την κοίταζε, καθώς πέρναγε το κατώφλι μας στο πλευρό του πατέρα, με απορία. Εγώ δεν απορούσα καθόλου. Προφανώς ο πατέρας ήθελε να την ευχαριστήσει, με αυτόν τον τρόπο, για όσα είχε κάνει για μένα.
   Στο τραπέζι τους ανακοινώσαμε το ευτυχές γεγονός. Έδειξαν να χαίρονται πολύ. Τότε ο πατέρας είπε κάτι που στα αυτιά μου φάνταζε εντελώς αδιανόητο. Μας είπε ότι είχε και εκείνος κάτι ευχάριστο να μας ανακοινώσει. Την ερχόμενη Κυριακή θα παντρευόταν την Κατερίνα. Στο άκουσμα της είδησης ο Ηλίας συννέφιασε, αλλά το σοκ μου ήταν τόσο μεγάλο, που ήταν αδύνατο να ασχοληθώ μαζί του. Η Κατερίνα ήταν μόλις λίγα χρόνια μεγαλύτερη από εμένα, ενώ τα μαλλιά του πατέρα ήταν ψαρά. Είχε ζήσει από κοντά τον βίαιο και απότομο χαρακτήρα του. Πως ήταν λοιπόν δυνατόν να θέλει να περάσει την ζωή της μαζί του;
  Όταν πήγαμε στην κουζίνα, να φέρουμε το γλυκό, της είπα όλα όσα είχα στο μυαλό μου. Εκείνη με καθησύχασε λέγοντας μου, πως σε εκείνην ο πατέρας φερόταν αλλιώτικα. Άλλωστε για αυτό τον είχε ερωτευτεί. Από την στιγμή που εκείνη το ήθελε, εμένα μου περίσσευε. Μου άρεσε που θα γινόμασταν και επισήμως οικογένεια. Άλλωστε ήταν πάντα η καλή μου νεράιδα. Σήμερα γελάω με πικρία, όταν θυμάμαι, πόσο ευκολόπιστη έχω υπάρξει στην ζωή μου. Το κατάλαβα λίγους μήνες μετά.
  Γέννησα ένα όμορφο κοριτσάκι και λίγο μετά η Κατερίνα έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγοράκι. Όλο αυτό τον καιρό ο Ηλίας ήταν λιγομίλητος και σκυθρωπός, μα πάντα ευγενικός και περιποιητικός. Μέχρι εκείνη την ημέρα. Κυριακή πάλι. Λες και είχε βάλει ο θεός σημάδι μια Κυριακή να φέρνει μόνιμα τα πάνω κάτω στην ζωή μου.
  Μπήκε στο σπίτι σε έξαλλη κατάσταση. Άδικα τον παρακαλούσα να μην φωνάζει για να μην ξυπνήσει το μωρό. Αδιαφορούσε, τόσο για τον φόβο που προκαλούσε στην κόρη μας, όσο και για τον πόνο που προκάλεσε, λίγο αργότερα, σε μένα με τα πικρά του λόγια.  Όλα είχαν γίνει για τα κτήματα. Μονάχα αυτά ήθελε από την αρχή. Εγώ ήμουν αναγκαίο κακό. Ένα βάρος που έπρεπε να επωμιστεί. Βάρος ήμουν και για τον πατέρα μου, που έστησε ολόκληρη πλεκτάνη, με την Κατερίνα, για να με ξεφορτωθούν και να κάνουν την ζωή τους. Με δάκρυα στα μάτια τον ρώτησα, γιατί ήθελε να κάνουμε παιδί, αφού ήταν έτσι. Τότε με πληροφόρησε, ότι αδιαφορούσε, τόσο για το παιδί, όσο και για μένα. Μόνο τα κτήματα τον ένοιαζαν. Το παιδί το έκανε, μόνο και μόνο, γιατί ο πατέρας είχε πει, πως θα του μεταβίβαζε τα κτήματα, αφού  κάναμε παιδί ,μα και αυτό δεν ήταν παρά άλλο ένα τέχνασμα, για να τον δέσει μαζί μου. Σήμερα τον πληροφόρησε πως τα κτήματα θα τα κράταγε για τον καινούργιο του γιο, που θα είχε και το όνομα του και με αυτά τα λόγια βρόντηξε την πόρτα πίσω του και έφυγε φουρκισμένος.



  Με το παιδί στην αγκαλιά έφτασα κλαίγοντας στο πατρικό μου, θέλοντας να μάθω την αλήθεια. Ο πατέρας έλειπε. Με υποδέχτηκε μια Κατερίνα αγνώριστη. Παγερή. Μου είπε πως εγώ είχα φτιάξει την ζωή μου και το σπίτι μου, άρα ο πατέρας μου πλέον είχε υποχρεώσεις μονάχα απέναντι στον γιό που είχε κάνει μαζί της. Σχεδόν με εδίωξε. Από τότε δεν ξανάδα από κοντά ούτε αυτήν, ούτε τον πατέρα και τον αδελφό μου. Μια δυό φορές, που προσπάθησα, δεν μου άνοιξαν καν την πόρτα. Όσο για τον Ηλία, η ζωή δίπλα του, από όνειρο, μετατράπηκε σε εφιάλτη.
  Δεν έχανε ευκαιρία να με ταπεινώσει και να μου χτυπήσει πως τον ξεγελάσαμε οικογενειακώς για να με φορτωθεί. Με απατούσε με ότι θηλυκό φορούσε φούστα και δεν έκανε καν τον κόπο να το κρύψει. Αφιέρωσα όλη μου την ζωή στην κόρη μας και στο να φροντίζω το σπίτι, έχοντας την χαζή ελπίδα, πως κάπως έτσι θα κατάφερνα να τον κάνω να με αγαπήσει και να ξαναγίνει πάλι ο άντρας, με τα τρυφερά λόγια και την μελωδική φωνή, που είχα αγαπήσει. Μπορεί να ακούγεται άρρωστο, αλλά τον αγαπούσα ακόμα. Ακόμα και όταν μεθυσμένος έφερνε τις ερωμένες του στο σπίτι και εγώ κρυβόμουν, μαζί με την μικρή, στο δωμάτιο της, για να μην ακούμε τα βογκητά τους, δεν έπαυα ούτε στιγμή να τον αγαπώ.
  Έτσι πέρασαν όλα τα νιάτα μου με τον πόνο και την δυστυχία να αυλακώνουν πρόωρα το πρόσωπο μου, χωρίς όμως να ναι ικανά να σβήσουν, έστω και στο ελάχιστο, την αγάπη μου για εκείνον. Η κόρη μας πια είχε γίνει ολόκληρη γυναίκα. Όμορφη μα λιγομίλητη και σχεδόν πάντα μελαγχολική. Η στάση της μου έκανε φοβερή εντύπωση. Άσχετα με το πώς φερόταν σε εμένα ο Ηλίας σε εκείνη φερόταν τρυφερά. Ήταν, όπως συνήθιζε να λέει, η πριγκίπισσά του και δεν της χαλούσε κανένα χατίρι.
  Ακόμα και στο θέμα του γάμου δεν την είχε πιέσει. Η Άννα μου ούτε να ακούσει ήθελε για γάμο και ας έκλεινε σε λίγο τα τριάντα πέντε. Θα μου πεις, βλέποντας την συμπεριφορά του πατέρα της απέναντι μου, πώς να θέλει. Πονούσε η ψυχή μου όμως, να ακούω το χωριό να την λέει γεροντοκόρη. Θα μπορούσαμε βέβαια να της βρούμε ένα γαμπρό από μακριά, που να μην ξέρει τα χρόνια της, έδειχνε άλλωστε πολύ μικρότερη. Δεν ήθελε ούτε να το ακούσει και τα περιθώρια στένευαν πια, αφού ήταν θέμα ήδη, αν θα μπορούσε να κάνει παιδί. Δυστυχώς διέψευσε τους φόβους μου με τον χειρότερο τρόπο.
  Ένα μεσημέρι μου είπε πως ήταν έγκυος. Χάρηκα αφάνταστα. Τι και αν είχε βιαστεί και είχε μείνει έγκυος πριν τον γάμο; Άλλωστε και εγώ το ίδιο δεν είχα κάνει; Την ρώτησα ποιος ήταν ο πατέρας και πότε θα ερχόταν να την ζητήσει, για να πάρω μια απάντηση, που έκανε το αίμα μου να παγώσει. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν ο πατέρας, γιατί δεν σκόπευε να τον παντρευτεί. Θα κρατούσε το παιδί μόνη της. Με έπιασε υστερία. Κάτι τέτοιο ήταν ανήκουστο για την μικρή μας κοινωνία, αλλά αφού είχε την σύμφωνη γνώμη του πατέρα της η δική μου περίσσευε.  
  Άλλωστε πήγαινε πολύ καιρός από την τελευταία φορά που η Άννα μου είχε δώσει σημασία. Δεν είχα καταλάβει πότε, το μικρό και τρυφερό μου κοριτσάκι, είχε μεταμορφωθεί σε μια παγερή γυναίκα που με αντιμετώπιζε με απάθεια πολλές φορές και με εχθρότητα, λες και της είχα κάνει κάποιο κακό που αγνοούσα. Με τα χρόνια κατέληξα στο συμπέρασμα, πως σίγουρα είχα κάποιο ελάττωμα που δεν μπορούσα να αντιληφθώ. Κάτι που έκανε όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, να με αντιπαθούν και να με βλέπουν εχθρικά.
  Οι μήνες πέρασαν γοργά και η Άννα μου έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Χαλάλι οι ατέλειωτοι καυγάδες μας, στην προσπάθεια μου να την πείσω να μου αποκαλύψει το όνομα του πατέρα, για να τον αναγκάσουμε να την παντρευτεί. Χαλάλι και τα κουτσομπολιά του χωριού που μήνες τώρα έδιναν και έπαιρναν. Αυτό το μικρό αγγελούδι άξιζε τα πάντα.
   Ο ερχομός  του γέννησε στο στήθος μου την ελπίδα, που για χρόνια είχα χάσει. Αυτό το πλάσμα θα το μάθαινα να μ’ αγαπάει.  Τόσο, όσο δεν με αγάπησε ο πατέρας μου, ό άντρας μου, που συνέχιζα να λατρεύω παρά την άθλια ζωή που μου πρόσφερε και η Άννα μου, που την έβγαλα μέσα από τα σπλάχνα μου. Δεν ξεκολλούσα από δίπλα του τόσο που καλά -καλά ούτε την Άννα που ήταν μητέρα του δεν άφηνα να το αγγίξει. Αυτό στάθηκε και αιτία για εκείνο τον φοβερό καυγά που έμελλε να στοιχίσει τόσο σε όλους μας.
  Η μικρή πεινούσε, της ετοίμασα το γάλα της και πήγα να την ταΐσω, όταν η Άννα μου πέταξε το μπουκάλι από τα χέρια, ουρλιάζοντας ότι είμαι μια υποκρίτρια. Είχα συνηθίσει τα ξεσπάσματά της και χωρίς να δώσω μεγάλη σημασία μάζεψα τα γυαλιά και πήγα να ετοιμάσω καινούργιο γάλα. Με ακολούθησε συνεχίζοντας να ουρλιάζει σαν μανιασμένη μαινάδα, λούζοντάς με, με παράλογες βρισιές και κατηγορίες. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν μου πε ότι δεν αγαπούσα το παιδί. Ο μόνος λόγος που το φρόντιζα, ήταν για να το χρησιμοποιήσω όπως έκανα και με εκείνη. Ε αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Την είπα αχάριστη και απαίτησα να μου πει πότε την χρησιμοποίησα, που είχε φτάσει τόσο χρονών και δεν την είχα αφήσει να πιάσει ένα πράγμα από δω και να το πάει εκεί. Έχοντας χάσει κάθε έλεγχο, της είπα ότι ήταν η τελευταία που θα μπορούσε να κρίνει την στάση μου, ως μάνα, αφού εγώ τουλάχιστον δεν της είχα στερήσει τον πατέρα. Μετάνιωσα για τα λόγια μου, την ίδια στιγμή, που τα ξεστόμιζα. Άσχετα με τον τρόπο που μου συμπεριφερόταν, ήταν παιδί μου και την αγαπούσα. Το τελευταίο που ήθελα ήταν να την πληγώσω. Στην λέξη πατέρας η Άννα ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο.



  Επαναλάμβανε συνέχεια τη λέξη πατέρας  και το γέλιο της ήταν αληθινά τρομαχτικό. Αφού ξέσπασε με κοίταξε με τόση κακία, που χωρίς να το καταλάβω, τα μάτια μου βούρκωσαν. Γέλασε πάλι, με πικρία αυτή τη φορά και έπειτα μου είπε σαν να με έφτυνε καταπρόσωπο.
«Ωραίο πατέρα μου διάλεξες αλήθεια! Σου αξίζουν συγχαρητήρια!» Βουρκωμένη της είπα ότι άσχετα με το πώς φερόταν σε εμένα, εκείνης της είχε προσφέρει τα πάντα. Ρούχα, παπούτσια, παιχνίδια, ελευθερία… Μα πριν προλάβω να ολοκληρώσω την φράση μου την άκουσα να συμπληρώνει. «Και γεμάτα βράδια».
Την κοίταξα με απορία. Μου ήταν αδύνατο να καταλάβω τι εννοούσε. Η στάση μου την εξαγρίωσε ακόμα περισσότερο.
  «Σταμάτα να με κοιτάς με αυτό το ηλίθιο βλέμμα! Τι θέλεις; Να με πείσεις ότι τόσα χρόνια δεν έχεις καταλάβει τίποτα;»
Συνέχιζα να την κοιτάζω, γιατί πραγματικά, ούτε τόσα χρόνια, ούτε εκείνη την στιγμή μπορούσα να καταλάβω, τι ήταν αυτό που εννοούσε.
  «Άδικα προσπαθείς! Δεν με πείθεις πια! Είμαι σίγουρη ότι καιρό τώρα τα ξέρεις όλα! Ίσως να το ήξερες και από την αρχή και να μην μίλαγες γιατί σε βόλευε!»
«Με βόλευε τι Άννα; Επιτέλους μίλα ξεκάθαρα!»
«Σε βόλευε να πηδάει εμένα ο άντρας σου, ώστε να μην φορτώνεται σε εσένα, αλλά να μην κουβαλάει και ξένες τσούλες και τον τυλίξει καμιά και χάσεις τον πρίγκιπά σου!» Αυτό που μόλις είχα ακούσει ,δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μου. Είχα καταλάβει ότι η κόρη μου με αντιπαθούσε, αλλά να φτάσει στο σημείο να λέει τέτοια φρικτά ψέματα, για τον ίδιο της τον πατέρα ήταν άρρωστο. Ο Ηλίας μπορεί να ήταν ότι ήταν, αλλά δεν θα έκανε ποτέ τέτοιο πράγμα στο ίδιο του το αίμα.
«Παιδί μου τι αρρωστημένα ψέματα είναι αυτά που λες; Με μισείς τόσο πολύ που προκειμένου να με πληγώσεις, δε διστάζεις να…»
«Ψέματα; Είναι δυνατόν να είσαι τελικά τόσο ηλίθια, ώστε να μην έχεις καταλάβει τίποτα, τόσο καιρό; Γιατί ο άντρας σου έπαψε να φέρνει ερωμένες στο σπίτι αφού μεγάλωσα; Γιατί δεν με πίεσε ποτέ να παντρευτώ; Γιατί δεν επέμεινε να μάθει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού μου; Γιατί τον ήξερε! Γιατί το παιδί είναι δικό του!»
  Είπε και άλλα πολλά μα εγώ είχα πάψει από ώρα να ακούω. Τα αυτιά μου βούιζαν , τα μάτια μου είχε θολώσει και το μυαλό μου γύριζε. Μέσα σε μια στιγμή όλη η τεράστια αγάπη που είχα για τον Ηλία, όλα αυτά τα χρόνια, μετατράπηκε σε μίσος. Άσβηστο. Αβυσσαλέο. Είχα ανεχτεί τα πάντα χωρίς να πάψω να τον αγαπώ, ούτε στο ελάχιστο. Φρόντιζα να του βρίσκω δικαιολογίες. Πίστευα πως κατά βάθος ήταν ένας καλός άνθρωπος που απλά είχε χάσει τον δρόμο του, να όμως που αποδεικνυόταν ένα δίποδο, αρρωστημένο τέρας.  Ένα ελεεινό υποκείμενο, ανίκανο να αγαπήσει και να σεβαστεί ακόμα και το ίδιο του το παιδί.  
  Αλλά και εγώ τι σόι μάνα ήμουν που δεν μπόρεσα να καταλάβω; Να προλάβω το κακό πριν καν συμβεί; Να την προστατέψω; Μα πως; Πλέον ήμουν πεπεισμένη πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ικανός για όλα. Αν ένιωθε ότι θα στεκόμουν εμπόδιο, ακόμα και τώρα στο αρρωστημένο πάθος του, δεν θα το είχε σε τίποτα να με βγάλει από την μέση και τότε η Άννα μου θα ήταν και πάλι απροστάτευτη. Όχι μόνο η Άννα ακόμα και η μπέμπα αν μεγάλωνε λίγο. Δεν δίστασε με το ένα του παιδί, γιατί να διστάσει με το άλλο που ήταν παιδί και εγγόνι μαζί.
  Άδειασα το στομάχι μου στο πάτωμα μα και πάλι καλύτερα δεν ένιωσα. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο, να τον σταματήσω. Κατέστρεψε την δική μου ζωή. Κατέστρεψε την ζωή της Άννας μου. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να καταστρέψει και την μπέμπα μας. Πως όμως τάχα θα μπορούσα να τον σταματήσω. Ήταν τόσο δυνατός και εγώ τόσο αδύναμη. Αν τις έπαιρνα και έφευγα; Άδικος κόπος. Χωρίς χρήματα δεν θα φτάναμε και πολύ μακριά. Θα ήταν θέμα χρόνου για εκείνον να μας ανακαλύψει και τότε μας περίμεναν τα χειρότερα.
  Θεέ μου έφτιαξες τον κόσμο τόσο μεγάλο και να τώρα εμείς κατατρεγμένες, να μην έχουμε πουθενά να κρυφτούμε εκτός… Μα βέβαια. Μονάχα αυτός θα μπορούσε να μας προστατέψει. Άλλωστε χρόνια τώρα ήταν ο μόνος στον οποίον συνέχιζα να πιστεύω. Δεν ήταν εύκολη απόφαση, μα δεν υπήρχε και άλλη λύση. Βάδισα, με αργά βήματα, στην κουζίνα να ετοιμάσω το γάλα της μπέμπας. Ξαφνικά ένιωθα πολύ γερασμένη ακόμα και γι’ αυτά τα λίγα βήματα. Η Άννα μου, που ακόμα έτρεμε από την σύγχυση, μου ζήτησε να της φτιάξω ένα τσάι.
   Την είχα έτσι μαθημένη, που ακόμα και μετά απ’ όσα είχε ξεστομίσει, το θεωρούσε υποχρέωσή μου. Μα πως μπορούσα να την κατηγορήσω για το οτιδήποτε μετά από όλα αυτά που είχε περάσει. Έφτιαξα πρώτα το γάλα της μπέμπας να κρυώνει και έπειτα δύο κούπες τσάι, μια για μένα μια για εκείνη. Άνοιξα το ντουλάπι, έβγαλα το ποντικοφάρμακο και έβαλα πρώτα στο μπιμπερό και έπειτα στις δύο κούπες. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Άλλο ασφαλές καταφύγιο. Έριξα κάμποση ζάχαρη για να σκεπάσω το δηλητήριο. Τα πήρα και πήγα στο σαλόνι.
  Παρακολουθούσα σκυθρωπή την Άννα μου και την μπέμπα να καταπίνουν λαίμαργα την σωτηρία τους. Αθώες. Ανυποψίαστες. Αφού βεβαιώθηκα ότι το ήπιαν όλο, ήπια την δική μου κούπα με δύο γουλιές. Η τελευταία μου σκέψη ήταν προσευχή σε εκείνον. Να συγχωρέσει το αμάρτημα μου, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχα άλλο τρόπο να τις προφυλάξω και να μην μου τις στερήσει στην μεταθανάτιο ζωή.
  Τα τρία άψυχα σώματα ανακάλυψε, μετά από αρκετές ώρες, ο Ηλίας. Γνωρίζοντας στο χωριό για τις πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις του και την υπερβολική αγάπη που έτρεφε γι’ αυτόν η γυναίκα του, υπέθεσαν πως αυτοκτόνησε, αφού σκότωσε την κόρη και την εγγονή τους για να τον εκδικηθεί. Τα ίδια πάνω κάτω έγραψαν και οι εφημερίδες της εποχής, χαρακτηρίζοντας την σύγχρονη Μήδεια. Το πλήγμα ήταν ήδη μεγάλο, για την μικρή κοινωνία του χωριού. Έτσι ακόμα και αν κάποιοι υποψιάζονταν ,ως έναν βαθμό, τον πραγματικό λόγο που οδήγησε την γυναίκα του Ηλία σε αυτή την αποτρόπαια πράξη, προτίμησαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Έτσι η αλήθεια θάφτηκε όπως συνηθίζεται να γίνεται όταν δεν μπορεί να την αντέξει η κοινή γνώμη.


Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Ηθοποιοί: Άννα Βαγενά (αποσπάσματα από την παράσταση της «Ο Γάμος»
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Φωτογράφηση: Ivalina Dakova
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης




Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.