https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΙΧΝΗ https://www.google.com/adsense/new/u/0/pub-4545407962626443/home

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Βεντέτα της Τζένης Κοσμίδου



ΒENTETA

Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να αντιληφθούν την αληθινή ομορφιά της ζωής. Αυτή που κάνει τους ανθρώπους ,ασχέτως εξωτερικής εμφάνισης, να λάμπουν λες και έχουν μονίμως πάνω τους ένα δυνατό προβολέα. Αυτή που μπορεί να πλημμυρίσει τη ψυχή τους με γαλήνη και ευδαιμονία. 
  Προτιμούν να γίνονται έρμαια των πιο κατώτερων παθών τους. Σχεδόν κανείς δεν μπαίνει στο κόπο να αναλογιστεί τις επιπτώσεις, μίας τέτοιας στάσης ζωής, η οποία μέρα με τη μέρα καταλήγει σε εμμονή. Ένα απ’ αυτά το χειρότερο ίσως είναι η μανία της εκδίκησης. Αυτός ο δαίμονας που σε τυλίγει σαν κουβάρι σε ένα ατέρμονο κυνήγι αίματος, μέσα από μία διαδρομή γεμάτη πόνο δάκρυα και δυστυχία για να καταλήξεις ,στη καλύτερη των περιπτώσεων ,νεκρός στη χειρότερη άδειος. Ναι άδειος γιατί όταν η μανία σιγάσει μη έχοντας πλέον κανένα αποδέκτη εν ζωή τότε τι άλλο πέρα από κενό μένει στη ψυχή. Κενό και κατάρες.
  Αυτά τα ανάτριχα μοιρολόγια των γυναικών που έχουν χάσει άντρες γιους ή αδέλφια. Φτάνει να τα ακούσεις μία φορά στη ζωή σου για να χαραχτούν ανεξίτηλα στη μνήμη σου μεταδίδοντας σου ένα μικρό κομμάτι του τεράστιου πόνου τους κάθε φορά που ακόμα και ένα τυχαίο γεγονός θα αναμοχλεύσει αυτές σου τις μνήμες.
  Θα μουν δε θα μουν πέντε ετών όταν άκουσα γα πρώτη φορά αυτά τα ανάτριχα ουρλιαχτά που στο παιδικό μου μυαλό θύμιζαν μάγισσες και στοιχειά παραμυθιών. Κάτι δε πήγαινε καλά στο σπίτι μας εκείνο το πρωί. Αντί για τη μάνα με τα γλυκά της χάδια με ξύπνησαν αυτοί οι τρομακτικοί ήχοι. Ζάρωσα στο κρεβάτι και σκεπάστηκα μέχρι τα αυτιά προσπαθώντας να καταλάβω τι συνέβαινε εκείνο το πρωινό στο σπίτι μας.
  Δε πρέπει να πέρασαν παρά λίγα λεπτά όταν η πόρτα του δωματίου μου άνοιξε και μπήκε μέσα μία θεια μαυροντυμένη και βλοσυρή. Μου τράβηξε τα σεντόνια αμίλητη και με ένα νεύμα μου έδειξε ότι έπρεπε να σηκωθώ. Εγώ είχα μείνει μαρμαρωμένος στο κρεβάτι μου μια να κοιτώ τη θεια και μια να ακούω τις στριγκές φωνές που πλέον ξεκάθαρα έρχονταν από το σαλόνι του σπιτιού μας.
  Με τράβηξε έντονα από το χέρι, έπειτα σα να μετάνιωσε με έσφιξε στοργικά στο στήθος της και ένας ποταμός δακρύων έβρεξε τα μαλλιά μου. Μετάνιωσα και γω για τη συμπεριφορά μου και υποτάχτηκα υπάκουος στη θέληση της. Την άφησα να με ντύσει και να μου πλύνει το πρόσωπο αν και η μητέρα με είχε μάθει να τα κάνω ήδη κιόλας όλα μόνος μου και έπειτα να με κατεβάσει στο σαλόνι.
  Εκεί είδα πλήθος κόσμου μαζεμένο. Γυναίκες μαυροφορεμένες να κλαίνε και να οδύρονται τραβώντας τα μαλλιά και σκίζοντας τα ρούχα και τα μάγουλα τους. Οι άντρες παρακολουθούσαν βλοσυροί και πάνω στο τραπέζι σε ένα λευκό σεντόνι βαμμένο κόκκινο είδα το κορμί του πατέρα πνιγμένο μέσα σε μια λίμνη αίματος.
  Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν μπροστά σε αυτό το αποτρόπαιο θέαμα που ενώ λίγο μπορούσα να καταλάβω πλημμύριζε τη καρδιά μου πόνο. Χωρίς να το καταλάβω βράχηκα παντού το πρόσωπο μου από δάκρυα και το παντελόνι μου από ούρα. Δεν έχω ιδέα πως έγινε είχα πάψει από καιρό να βρέχω το κρεβάτι μου.
  Άκουσα κάποιους να μουρμουρίζουν πως ήταν ντροπή ολόκληρος άντρας να κατουριέμαι πάνω μου. Τότε βγήκε μπροστά η αδελφή μου η Μαρία που ανέκαθεν μου είχε αδυναμία και τους έβαλε στη θέση τους λέοντας τους πως δεν ήμουν παρά ένα μικρό αγόρι που μόλις είχε χάσει τον πατέρα του. Δε πρόλαβα να ευχαριστηθώ τη μικρή μας νίκη γιατί πριν τελειώσει τη φράση της πετάχτηκε ο αδερφός του πατέρα μας και της είπε πως στη δική μας οικογένεια οι άντρες δεν έχουν το δικαίωμα να είναι μικρά αγόρια γιατί ποτέ δε ξέρουν σε ποια ηλικία θα τους ζητηθεί να πάρουν το αίμα πίσω.
  Τότε ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω τι ήθελε να πει ο θείος με αυτά του τα λόγια αλλά αρκετά μεγάλος για να καταλάβω την οργή και το τρόμο στα μάτια της μάνας που με μιας άφησε μόνο το πατέρα παραμέρισε το σύννεφο των μαυροφορεμένων συγγενών με άρπαξε στην αγκαλιά της σα μωρό και με πήγε σχεδόν τρέχοντας στη κάμαρα μου. 
  Δε ξέρω και εγώ πόση ώρα μείναμε εκεί σφιχταγκαλιασμένοι  με εκείνη να γεμίζει τα μαλλιά μου φιλιά και να μου μουρμουρίζει συνέχεια ότι δε θα άφηνε κανένα να με πειράξει. Κάποια στιγμή μια από τις αδελφές μου ήρθε και είπε πως η μητέρα έπρεπε να κατέβει γιατί οι συγγενείς είχαν αρχίσει να σχολιάζουν. Το παγωμένο βλέμμα της μητέρας την έκανε να φύγει χωρίς να μπορέσει να πει τίποτε άλλο.
  Λίγο μετά σηκώθηκε μου είπε ότι και να γίνει να μη βγω από το δωμάτιο μου και πως θα στέλνει εκείνη κάποια από τις αδελφές μου να βλέπει αν χρειάζομαι κάτι.
  Όταν ξανακατέβηκα ο πατέρας δεν είχε πια αίματα ήταν καθαρός χτενισμένος μέσα στο μαύρο του κοστούμι ίδιος με τη φωτογραφία που κρεμόταν  στο τοίχο και είχε τη μητέρα νύφη στο πλευρό του μόνο που τώρα ήταν μέσα σε ένα φέρετρο και τα μάτια του ήταν σφαλιστά.
  Όλη τη νύχτα έμεινε ο πατέρας στο σαλόνι και αντί, όσο περνούσε η ώρα, το σπίτι να αδειάζει από συγγενείς και φίλους μαζεύονταν όλο και περισσότεροι. Την άλλη μέρα στο νεκροταφείο, όταν πλέον το χώμα σκέπασε για τα καλά το φέρετρο, τα αδέλφια του πατέρα και τα δικά μου πήγαν και έκαναν κάτι που στα παιδικά μου μάτια έμοιαζε τελείως παράλογο. Έβγαλαν από ένα στιλέτο και αφού έσκισαν το χέρι τους το κάρφωσαν έτσι αιματοβαμμένο  στο χώμα που τον είχε σκεπάσει.
  Δε ξέρω γιατί αλλά με έπιασε υστερία και άρχισα να ουρλιάζω λες και τα στιλέτα ήταν ικανά όχι μόνο να φτάσουν στο άψυχο σώμα του πατέρα αλλά και αν το πληγώσουν. Για άλλη μια φορά εισέπραξα τα αποδοκιμαστικά βλέμματα συγγενών και φίλων. Μάταια προσπαθούσαν να με ηρεμήσουν. Φώναζα ότι έκαναν κακό στο μπαμπά μου. Τότε ο μεγάλος μου αδελφός μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο. Με μιας πάγωσα και σταμάτησα να κλαίω. Δεν ήταν από φόβο μα από το σοκ. Όντας το κατά πολύ μικρότερο, από όλα τα παιδιά της οικογένειας, ποτέ κανείς δεν είχε διανοηθεί να απλώσει χέρι πάνω μου. Μου πε πως ντρόπιαζα το πατέρα και όλη την οικογένεια αφού με αυτή τη κίνηση, τόσο αυτός όσο και τα αδέλφια αλλά και οι θείοι μας, ορκίζονταν να δώσουν και τη ζωή τους για να πάρουν το αίμα του πατέρα πίσω. Πάλι αυτή η περίεργη φράση.
  Δε πέρασε καιρός και όλη αυτή η ιστορία επαναλήφθηκε ξανά και ξανά και ξανά μονάχα που στη θέση του πατέρα ήταν πρώτα τα αδέρφια του και μετά τα δικά μου. Ακόμα και ο άντρας της αδελφής μου της Μαρίας. Κανένας δεν έμεινε. Η μητέρα είχε γίνει σκιά του εαυτού της. Το άλλοτε χαρούμενο σπίτι μας έμοιαζε πια στοιχειωμένο. Η μάνα και οι αδερφές μου που μέναν εκεί πνιγμένες στη θλίψη και τα μαύρα θύμιζαν νεράιδες παραμυθιού που κάποια κακιά μάγισσα ζήλεψε και καταράστηκε.
  Όλες μιλούσαν ελάχιστα. Μάλλον για να κρύψουν την απόγνωση τους. Αυτή ήταν σίγουρα που τις ώθησε σε αυτή την απόφαση που τότε φάνταζε παράλογα σκληρή στα παιδικά μου μάτια. Με έδιωχναν από το σπίτι από το χωριό από τη χώρα την ίδια. Έτσι μια μέρα αποφάσισαν να με στείλουν στην άλλη άκρη του κόσμου σε μία μακρινή ξαδέρφη της μητέρας να με μεγαλώσει αυτή.

  Έκλαιγα και σπάραζα για μέρες προσπαθώντας να τις πείσω να με κρατήσουν. Ορκιζόμουν ότι θα έκανα ότι μου ζητούσαν φτάνει να μη με έστελναν μακριά. Άδικος κόπος. Εκείνες είχαν πάρει την απόφαση τους. Τότε δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω ότι πίσω, από αυτή τους τη σκληρότητα, κρυβόταν μία πελώρια αγάπη. Μια αγάπη ικανή να τις κάνει να με διώξουν μακριά και να μη με δουν ποτέ μόνο και μόνο για να προστατέψουν τη ζωή μου που κατά πάσα πιθανότητα ήταν καταδικασμένη έτσι και μεγάλωνα λίγο.


Έτσι βρέθηκα στην Αμερική. Η θεία ήταν καλή. Δε μπορούσε βλέπεις να κάνει δικά της παιδιά και έτσι έδωσε όλη τη μητρική της στοργή σε εμένα. Δε μου έλειψε το παραμικρό ούτε μου χάλασε το παραμικρό χατίρι. Εκτός από ένα. Ποτέ δε μιλούσαμε για τους δικούς μου για το χωριό και δεν υπήρχε, ούτε σαν ενδεχόμενο, η ιδέα να τους επισκεφτούμε. Κάποια στιγμή μου είπε ότι από απροσεξία το πατρικό μου σπίτι έπιασε φωτιά με αποτέλεσμα να σκοτωθούν η μητέρα και οι αδελφές μου. Από τότε δε ξαναρώτησα και εκείνη δε τις ανέφερε ξανά  ποτέ.
  Αν τολμούσα να πω ότι είχα παράπονο από εκείνη θα ήμουν αχάριστος αλλά πάντα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπέβοσκε η εμμονή να γυρίσω κάποια στιγμή στα χώματα που γεννήθηκα και έκανα τα πρώτα μου βήματα, να επισκεφτώ τους τάφους των δικών μου αφού, κατά τα λεγόμενα της θείας μου, δεν υπήρχε κανείς εν ζωή.
  Παρόλα αυτά ο χρόνος και η καθημερινότητα σκέπασαν αυτήν τη σκέψη και μαζί σχεδόν όλες τις παιδικές μου αναμνήσεις. Τα χρόνια πέρασαν και η τύχη στάθηκε καλή μαζί μου. Πόσοι είχαν τη τύχη να επιλέξουν καριέρα ηθοποιού στην Αμερική και να δουλεύουν σε μεγάλες παραγωγές. Η θεία – μητέρα μου ήταν όλο και πιο περήφανη για μένα. Αν και ολόκληρος άντρας πια δεν έπαυε να με κακομαθαίνει, να μη μου χαλά χατίρι και να σκέφτεται το καλύτερο για μένα. Ακόμα και ψευδώνυμο μου βρήκε όταν έκανα τα πρώτα μου καλλιτεχνικά βήματα αφού όπως έλεγε χρειαζόμουν ένα λιγότερο Ελληνικό όνομα για να κάνω καριέρα στην Αμερική.
  Η ζωή μου κυλούσε γρήγορα και ευχάριστα. Μεγάλες δουλειές πολυτελή ζωή, ακριβά αυτοκίνητα, ωραίες γυναίκες, ευχάριστες συντροφιές και πολλά ταξίδια. Θα φανεί περίεργο αλλά για χρόνια δε πέρασε ούτε σα σκέψη από το μυαλό μου να επισκεφτώ την Ελλάδα ούτε καν για διακοπές όπως έκαναν πολλοί συνάδελφοι μου τους καλοκαιρινούς μήνες και ας μην είχαν καταγωγή από εκεί. Σαν όλοι μου οι δεσμοί, με τη γενέτειρα μου,  είχαν σκεπαστεί από ένα βαρύ πέπλο λησμονιάς που τίποτα δεν ήταν ικανό να το μετακινήσει.
  Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που ένας αστάθμητος παράγοντας ήλθε να τα αλλάξει όλα. Μου έκαναν πρόταση να συμμετάσχω σε μία ταινία που όχι μόνο θα γυριζόταν στην Ελλάδα αλλά πολύ κοντά στη γενέτειρα μου. Επρόκειτο για ένα ερωτικό δράμα ανάμεσα σε δύο οικογένειες που κυριολεκτικά ξεκληρίζονταν από μία βεντέτα που είχε ξεκινήσει πριν από πολλά -πολλά χρόνια εξαιτίας ενός ερωτικού τριγώνου. Το αιώνιο δράμα του έρωτα. Η γυναίκα, ο σύζυγος και ο εραστής που έρχεται να τινάξει την οικογενειακή γαλήνη του ζευγαριού από τα θεμέλια.   
  Μου φαινόταν αρκετά παράλογο βέβαια στην εποχή μας να γυρίσουμε ταινία με τόσο παλιομοδίτικη θεματολογία όπως βεντέτες, εγκλήματα τιμής και ερωτικά τρίγωνα αλλά η πρόταση ήταν συμφέρουσα από κάθε άποψη. Μου εξασφάλιζαν ένα πολύ καλό κασέ και επιτέλους θα είχα την ευκαιρία να ικανοποιήσω το παιδικό πόθο που ως τότε κοιμόταν και ξαφνικά είχε ξυπνήσει πιο έντονος από ποτέ.
  Αποφάσισα να πω ψέματα στη θεία μου για πρώτη φορά στη ζωή μου. Αν με καλό-ρωτήσεις δεν είμαι σίγουρος για τον λόγο που με οδήγησε σε αυτήν τη πράξη. Ήμουν πια πολύ μεγάλος για να μου απαγορεύσει το οτιδήποτε μα την αγαπούσα και τη σεβόμουν πολύ. Ήξερα πως ένα τέτοιο νέο θα την τάραζε οπότε προτίμησα ένα ανώδυνο ψέμα και της είπα πως τα γυρίσματα θα γινόντουσαν στην Ισπανία. Ήταν φυσικά μία προσωρινή λύση αφού αργά η γρήγορα κάποιος δημοσιογράφος θα το ανακάλυπτε και θα έριχνε φως στο θέμα αλλά τουλάχιστον εξασφάλιζα την ησυχία της για όσο ήταν δυνατό.
  Έτσι έφυγα σαν το κλέφτη. Η Μαρία, η κοπέλα που είχε στείλει ο παραγωγός για να μου κάνει τη πρόταση με περίμενε στο αεροδρόμιο με ένα αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη. Δε ντρέπομαι να παραδεχτώ πως αυτή η γυναίκα ήταν άλλος ένας λόγος που με ώθησε να δεχτώ αυτήν την πρόταση. Ήταν τόσο διαφορετική απ’ όσες γυναίκες είχα γνωρίσει μέχρι τότε.
  Είχε κατάμαυρα μαλλιά και μάτια και έντονα χαρακτηριστικά που δύσκολα θα συναντούσες σε Αμερικανίδα, ακόμα και αν είχε επέμβει το χέρι κάποιου ταλαντούχου πλαστικού. Σε αντίθεση με τα περισσότερες γυναίκες που συναναστρεφόμουν οι οποίες μακιγιάρονταν έντονα ακόμα και για να πάνε για ψώνια ή για να κοιμηθούν αν τύχαινε να τις συντροφεύει κάποιο αρσενικό ακόμα και της μίας βραδιάς εκείνη βαφόταν ελάχιστα και ντυνόταν πολύ απλά. Η όλη παρουσία της θύμιζε περισσότερο φοιτήτρια παρά στέλεχος μεγάλης κινηματογραφικής εταιρείας. Όχι ότι η ίδια μου είχε πει και πολλά πράγματα για την εταιρεία που εκπροσωπούσε αλλά η αμοιβή που μου προσέφεραν μιλούσε από μόνη της.
  Όλα ήταν αλλιώτικα σε αυτή τη γυναίκα. Φερόταν τόσο απλά που έφτανε να ναι ό,τι πιο περίπλοκο για έναν άντρα. Μιλούσε μονάχα όταν είχε κάτι ουσιαστικό να πει. Τα μάτια της σκιάζονταν μόνιμα από ένα σύννεφο άλλοτε λύπης και άλλοτε θυμού. Τα συναισθήματα αυτά εναλλάσσονταν στο βλέμμα της έτσι χωρίς ιδιαίτερο λόγο και έμεναν εγκλωβισμένα εκεί αφού τίποτα δε φαινόταν ικανό να ταράξει τη σταθερή, γαλήνια και γεμάτη πειθώ και αυτοπεποίθηση φωνή της.
  Έπειτα συνειδητοποιούσα όλη αυτή τη λεπτομερή ανάλυση που έκανε στο μυαλό μου και απορούσα με τον ίδιο μου τον εαυτό. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ασχοληθεί τόσο με μία γυναίκα ούτε καν τις φορές που νόμιζα ότι ήμουν ερωτευμένος ή ενθουσιασμένος.
  Πριν καν τελειώσει το ταξίδι μας είχαμε γίνει ζευγάρι. Μου άρεσε που έκανε τη κίνηση της αφού είχα δεχτεί ήδη τη πρόταση της εταιρείας της γιατί έτσι δεν είχα τη παραμικρή αμφιβολία ότι  το ενδιαφέρον της ήταν αυθεντικό και όχι ένα απλό μέσο για να με πείσει να την ακολουθήσω.
Στο αεροδρόμιο δε μας περίμενε κανένας παρά μόνο το αυτοκίνητο της. Ακόμα και αυτό δεν ήταν το κλασσικό αυτοκίνητο που περίμενες να έχει μια νεαρή γυναίκα. Συνήθως οι στάρλετ προτιμούν κάμπριο έντονα χρώματα και οι εργασιομανείς μικρά αυτοκίνητα βολικά στο παρκάρισμα και οι καριερίστες ή επιβλητικές κούρσες που πρόδιδαν πλούτο δύναμη και χλιδή. Εκείνη είχε ένα μαύρο τζιπ με μαύρα φιμέ τζάμια που θύμιζε στρατιωτικό αυτοκίνητο. Ήταν απορίας άξιο πως αυτό το τόσο ντελικάτο πλάσμα οδηγούσε αυτό το θωρηκτό.

 Η διαδρομή ήταν όμορφη. Πριν καν το καταλάβω είχαμε απομακρυνθεί από τους πολυσύχναστους γεμάτους αυτοκίνητα δρόμους και διανύαμε έναν εξοχικό. Δεν άντεξα και τη ρώτησα που πηγαίναμε και πως και δε μας περίμενε κανένας στο αεροδρόμιο. Μου είπε ότι πηγαίναμε στο εξοχικό της. Δε μας περίμενε κανείς γιατί η ίδια φρόντισε να πάρει παράταση δύο ημερών για να χαλαρώσω, πίστευε πως κάτι τέτοιο θα μου έκανε καλό και θα με ευχαριστούσε. Βιαστικά βέβαια προσέθεσε πως αν έκανε λάθος μπορούσε να αλλάξει αμέσως το πρόγραμμα. Έσπευσα να τη καθησυχάσω λέγοντας της πως δε μπορούσα να φανταστώ τίποτα ωραιότερο για να αρχίσω τη διαμονή μου στην Ελλάδα από το να περάσω ένα διήμερο μόνος μαζί της σε αυτό το μικρό παράδεισο.
  Μονάχα έτσι μπορούσε κανείς να περιγράψει αυτή την ερημική αλλά πανέμορφη τοποθεσία στην οποία δέσποζε ένα πετρόχτιστο επιβλητικό σπίτι που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί. Ανοίγοντας την εξώπορτα μας τύλιξε ένα κύμα ζεστασιάς. Κάποιος είχε προνοήσει να ανοίξει τη κεντρική θέρμανση και το τζάκι. Δε ρώτησα λεπτομέρειες δε με ενδιέφεραν άλλωστε.
  Άρχισα να τη γεμίζω φιλιά ενώ πετούσα δεξιά και αριστερά τα ρούχα της και τα ρούχα μου. Μάταια προσπάθησε να μου πει αν ήθελα πρώτα να φάω ή να πιω κάτι. Οι ερωτήσεις της μου φάνηκαν αστείες. Το μόνο που ήθελα ήταν να τη κάνω δική μου. Ήταν βλέπεις η πρώτη φορά που θα κάναμε έρωτα αφού η σχέση μας ξεκίνησε στο αεροπλάνο με λίγα κλεφτά φιλιά και χάδια.
  Ήταν ελαφρώς παγωμένη κατά τη πράξη. Υπέθεσα πως μπορεί να ντρεπόταν. Ίσως πάλι να μην είχε ξαναπλαγιάσει τόσο σύντομα με άντρα. Όλα πάνω της μαρτυρούσαν ότι ήταν μια γυναίκα σκεπτόμενη και συνεσταλμένη που σίγουρα δε συνήθιζε να πλαγιάζει με τον πρώτο άντρα που της άρεσε εξωτερικά. Εκτός αυτού το ίδιο της το κορμί μαρτυρούσε ότι είχε πολύ καιρό να κάνει έρωτα. Αν δεν ήταν η ηλικία ίσως και να πίστευα πως ήμουν και ο πρώτος άντρας με τον οποίο πλάγιασε ποτέ.
  Όταν λίγη ώρα, αφού είχαμε τελειώσει, τραβήχτηκε από την αγκαλιά μου για να πάει να φέρει κάτι να πιούμε είδα κάτι που κυριολεκτικά με άφησε με το στόμα ανοιχτό. Στο μέρος που μέχρι πριν λίγο βρισκόταν το κορμί της δέσποζε μια κόκκινη κηλίδα. Είχα φερθεί σαν ανόητος. Ωραία ήταν κάπου μεταξύ είκοσι επτά και τριάντα γιατί να μην ήταν παρθένα. Εντάξει ίσως να έδειχνε λίγο ασυνήθιστο αλλά όχι απίθανο. Άλλωστε το μαρτυρούσε όλη της η συμπεριφορά ακόμα και η ψυχρότητα με την οποία αντιμετώπισε τα χάδια και τα φιλιά μου παρότι μου έλεγε συνέχεια πόσο με ήθελε.
  Ήρθε με δύο ποτά στα χέρια και ένα περίεργο αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη. Τη ρώτησα αμέσως γιατί δε μου είχε πει κάτι. Μου απάντησε πως δεν υπήρχε λόγος. Κάτι πήγα να πω μα μου σφράγισε με τα χείλη της το στόμα ενώ μου ακουμπούσε το ποτήρι στα χέρια. Τσουγκρίσαμε και μου είπε να το πιούμε όλο με μιας. Αν και δεν ήμουν φίλος του αλκοόλ το έκανα. Μου ήταν αδύνατο να της χαλάσω οποιοδήποτε χατίρι. Τα μαύρα μάτια της ήταν η τελευταία μου εικόνα πριν βυθιστώ σε ένα περίεργο ξαφνικό λήθαργο.
  Ξύπνησα μέσα σε απόλυτο σκοτάδι με ένα φρικτό πονοκέφαλο που όμοιο του δεν είχα ξαναζήσει. Έκανα να συγυριστώ και τότε κατάλαβα ότι ήταν αδύνατο. Κάτι κρύο και μεταλλικό κρατούσε ακινητοποιημένα τα χέρια και τα πόδια μου. Πανικοβλήθηκα άρχισα να καλώ σε βοήθεια με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου.
  Το φως άναψε απότομα και εμφανίστηκε εκείνη μα έμοιαζε σα να τη βλέπω πρώτη φορά. Το πρόσωπο της είχε μετατραπεί σε μία παγωμένη μάσκα οργής και μίσους. Το μυαλό μου δε μπορούσε να συλλάβει κάποιο πιθανό σενάριο για το τι συνέβαινε εδώ εκτός εάν, ναι αυτή ήταν η μόνη εξήγηση, είχα πέσει σε ψυχοπαθή. Προσπάθησα λοιπόν παρά τη κατάσταση μου να της μιλήσω με πραότητα και τη παρακάλεσα ήρεμα να με λύσει.
  Εκείνη με πλησίασε και με χαστούκισε δυνατά στο πρόσωπο. Ήταν το αποκορύφωμα. Έχασα εντελώς την αυτοκυριαρχία μου και της είπα ότι ήταν τρελή. Τότε έγινε το αδιανόητο. Έβγαλε κάτω από το τραπέζι ένα όπλο και μου το κόλλησε στο κρόταφο.
  Στη θέα του τρόμου μου άρχισε να γελά υστερικά.Ήταν σίγουρα ψυχοπαθής πλέον δεν είχα τη παραμικρή αμφιβολία. Αυτή ψυχοπαθής και εγώ ανόητος. Σίγουρα όλη η ιστορία με τη ταινία ήταν ψεύτικη και εγώ ενθουσιασμένος από την υψηλή αμοιβή και τα ωραία της μάτια και την εμμονή μου να επισκεφτώ τη γενέτειρα μου η οποία είχε επιστρέψει, για άγνωστο λόγο, στη θέα αυτής της γυναίκας, εντονότερη από ποτέ δε μπήκα καν στο κόπο να το ψάξω ιδιαίτερα.
  Έβγαλε ένα μαχαίρι και άρχισε με αυτό να χαϊδεύει το πρόσωπο μου. Ο πανικός μου αναμφίβολα τη διασκέδαζε. Ύστερα άρχισε να με χαράζει σε διάφορα σημεία. Άφησε το όπλο και πήρε στα χέρια της ένα μπουκάλι οινόπνευμα με το οποίο έβρεχε τις χαραγματιές που άφηνε το μαχαίρι. Τα παρακάλια και τα ουρλιαχτά μου ήταν σα να μην έφταναν στα αυτιά της.
Δε ξέρω και εγώ πόση ώρα κράτησε το μαρτύριο ούτε για πόσες μέρες επαναλαμβανόταν.
  Κάποια στιγμή όλος ο πόνος και η απογοήτευση μου έγιναν θυμός. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ερωτεύθηκα αληθινά μία γυναίκα εντελώς ξαφνικά χωρίς καν να μπω στο κόπο να τη γνωρίσω και αυτό στάθηκε αιτία να περνάω όλο αυτό και αργά ή γρήγορα να πεθάνω γιατί δε νομίζω κάποια στιγμή να με έλυνε, να μου ζητούσε συγνώμη και να ζούσα εγώ καλά και αυτή καλύτερα. Στο άκουσμα των λέξεων «αγάπη και έρωτα» μάνιασε. 


Πέταξε μακριά το μαχαίρι και το οινόπνευμα και όρμησε πάνω μου σα μαινάδα. Με χτυπούσε και με γρατζουνούσε όπου έβρισκε.
  Έπειτα έπεσε στο πάτωμα αποκαμωμένη και άρχισε να μιλά ακατάπαυστα μπερδεμένα. Για μια βεντέτα που σκότωσε το παππού το πατέρα και τα αδέρφια της. Που της έκλεψε την αθωότητα των παιδικών της χρόνων. Τότε όλες οι παιδικές μνήμες, που μάλλον κάποια αμυντική λειτουργία του οργανισμού είχε θάψει στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ξύπνησαν. Οι εικόνες από το θάνατο του πατέρα των θείων και τον αδελφών μου. Η μητέρα μου με έδιωξε μακριά για να γλιτώσω από τη βεντέτα.Η θεία και ο τρόμος της κάθε φορά που της έλεγα ότι ήθελα να επισκεφτώ την Ελλάδα. Η εμμονή της να αλλάξω όνομα. Η ξαφνική είδηση του χαμού ολόκληρης της εναπομείνασας  οικογένειας μου. Μάλλον σκεφτόμουν δυνατά γιατί μου απάντησε γεμάτη πικρία ότι το «ατύχημα» που είχε ξεκάνει τη μάνα και τις αδερφές μου το είχε προκαλέσει η μάνα της.
  Όταν πια σκοτώθηκε και ο μικρότερος αδερφός της ο τελευταίος εναπομείναντας αρσενικός της οικογένειας η μάνα της πνιγμένη από το πόνο αφού είχε θάψει άντρα, αδέλφια, πατέρα και τρία παιδιά αποφάσισε να αγνοήσει τους άγραφους νόμους της βεντέτας που ήθελε της γυναίκες να κρατούν ουδετερότητα. Τις έκαψε ζωντανές μια νύχτα μέσα στο πατρικό μου.
  Σαν έφτασε η ώρα να πεθάνει κάλεσε εκείνη κοντά της. Τη μικρότερη της κόρη που πίστευε ότι της έμοιαζε όσο κανένα από τα παιδιά της και της άφησε ευχή και κατάρα να ψάξει και να βρει το τελευταίο αρσενικό της οικογενείας μου και να το ξεκάνει αλλιώς η ψυχή της και η ψυχή των αδικοχαμένων συγγενών της δε θα ησύχαζε. Ποτέ δε πίστεψε ότι ο μικρός γιός της οικογένειας είχε πεθάνει. Το βράδυ που έκαψε το πατρικό μου πήγε και άνοιξε το τάφο που, τάχα, η μάνα μου με είχε θάψει όταν με έδωσε στην ξαδέρφη της που ζούσε στο εξωτερικό και τότε οι υποψίες έγιναν βεβαιότητα.
  Η ίδια δεν ήξερε τον τρόπο να με βρει στο εξωτερικό περίμενε λοιπόν να μεγαλώσει η κόρη της και να πάρει εκείνη το αίμα πίσω. Πάλι αυτή η φρικτή φράση που στοίχειωνε τα παιδικά μου χρόνια. Μα πλέον δυστυχώς δεν ήταν καθόλου ακατανόητη. Όλο αυτό ήταν άδικο. Τρελό. Οι οικογένειες μας ήταν θεοπάλαβες.
  Διαιώνισαν ένα κακό που έγινε χρόνια πριν, όταν ένας παππούς μου σκότωσε έναν παππού τους, όταν τον έπιασε στο κρεβάτι με η γυναίκα του για να γλιτώσει τη ζωή του γιατί ο απατημένος σύζυγος είχε ήδη τραβήξει πρώτος μαχαίρι. Από τότε, στο όνομα μίας εκδίκησης, που πίσω της δεν άφηνε τίποτα άλλο πέρα από πόνο αίμα και δάκρυα ξεκληρίζονταν δύο οικογένειες. Εγώ στερήθηκα τη πραγματική μου οικογένεια και τη πατρίδα μου και εκείνη την αθωότητα των παιδικών και των εφηβικών της χρόνων με ότι αυτό συνεπαγόταν. Καταδικασμένη να ζει σε ένα μόνιμο πένθος με το σαράκι μια ανόσιας εκδίκησης να τη σιγοτρώει.
  Με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια και μου είπε ότι είμαι γλυκομίλητος, λαοπλάνος. Έτσι σίγουρα θα ήταν και ο παππούς μου που ξελόγιασε τη γιαγιά μου και έγινε αιτία να ξεκινήσει το κακό. Της είπα ότι μπορεί και να χε δίκιο. Μπορεί και να του έμοιαζα .Γιατί  έστω και στο μισό να είχε αγαπήσει ο παππούς μου τη γιαγιά της από ότι είχα αγαπήσει εγώ εκείνον τον δικαιολογούσα για όλα. Ξέσπασε σε νέο κύμα λυγμών και άρχισε πάλι να με χτυπά με μανία. Πλέον ήμουν σίγουρος. Με είχε αγαπήσει και εκείνη.
  Το ίδιο απότομα. Το ίδιο ξαφνικά και ακατανόητα. Και ας ήξερε ποιος ήμουν και ας την είχαν μάθει από παιδί να με μισεί. Δεν ήταν τρελή. Τη μεγάλωσαν με το μίσος της. Το είχαν κάνει εμμονή. Όπως και σε όλη την οικογένεια μου και την οικογένεια της. Τη παρακάλεσα να σταματήσει. Να με λύσει και να τα ξεχάσουμε όλα. Να τα αφήσουμε όλα πίσω μας και να έρθει μαζί μου στην Αμερική.
  Με κοίταξε σα να μη πίστευε αυτά που άκουγε. Μετά από όλα αυτά θέλεις να μείνεις μαζί μου; Σίγουρα το λες για να σε λύσω και μετά ή θα με σκοτώσεις ή θα με παραδόσεις στην αστυνομία. Της είπα πως έκανε λάθος. Μου είπε πως δε με πίστευε μα τα μάτια της έλεγαν άλλα. Τη προέτρεψα να δοκιμάσει. Με έλυσε. Μετά από τόσες μέρες που βρισκόμουν δεμένος εκεί οι χειροπέδες είχαν χαράξει στα άκρα μου πληγές βαθύτερες και από το μαχαίρι της. Αδιαφόρησα. Τη πλησίασα και τη πήρα αγκαλιά. Κούρνιασε μέσα της μαγκωμένη. Δε μου χε ακόμα ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Άλλωστε έτσι την είχαν μάθει.
  Της είπα για ακόμα μία φορά ότι την αγαπούσα. Μου είπε ότι με αγαπούσε και αυτή. Της είπα για ακόμα μία φορά να φύγουμε. Χαμογέλασε και για πρώτη φορά το χαμόγελο έφτασε μέχρι τα μάτια της. Πριν προλάβω όμως να χαρώ σκοτείνιασε πάλι. Άρχισε να πισωπατάει. 

Να λέει πως δεν έχει δικαίωμα να το κάνει αυτό στη μάνα της, στα αδέρφια της, στον πατέρα της. Τη παρακαλούσα να πάψει να τα σκέφτεται αυτά. Της φώναζα πως την αγαπούσα πως μαζί θα κάναμε μία νέα αρχή στην Αμερική και θα τα αφήναμε όλα πίσω μας. Ήταν σα να μη με άκουγε. Με μια απότομη κίνηση έσκυψε και έπιασε το όπλο που είχε αφήσει στο κομοδίνο της. Με σημάδεψε. Μου είπε ότι με αγαπάει. Έπειτα το κόλλησε στο κρόταφο της και πάτησε τη σκανδάλη.
  Με μία τόσο μικρή κίνηση μέσα σε ένα δευτερόλεπτο σκόρπισε τη ζωή της και τη ζωή μου σε εκείνο το δωμάτιο. Το μίσος που της είχε ποτίσει η μητέρα της είχε φωλιάσει τόσο καλά στη καρδιά της που προτίμησε να πεθάνει παρά να δοθεί σε εμένα που, εντελώς αναίτια, την είχαν μάθει ότι έπρεπε να επιθυμεί το θάνατο μου. Η αγάπη της για μένα πρόδιδε στο μυαλό της όλη την οικογένεια της οπότε αφού την έκανε ανίκανη να αφαιρέσει τη ζωή μου προτίμησε να αφαιρέσει τη δική της.
  Δύο νέοι άνθρωποι κατεστραμμένοι επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν ότι έτσι έπρεπε να γίνει γιατί χρόνια και χρόνια πίσω, ένα άλλο ζευγάρι αγαπήθηκε πολύ τόσο, που έγινε αιτία να χαθεί μια ζωή. Μια ζωή που έγινε η αρχή για να χαθούν δεκάδες άλλες. Όχι δε μπορούσα να συνεχίσω μετά από όλα αυτά. Ήταν αδύνατο.
  Ο Άλεν που το πραγματικό του όνομα ήταν Αχιλλέας προσπάθησε να δώσει τέλος στη ζωή του. Δε τα κατάφερε. Για καλό για κακό ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Από τότε παράτησε τη καριέρα του και δε ξαναγύρισε ποτέ στην Αμερική. Ανακατασκεύασε το πατρικό του και μένει εκεί απομονωμένος με μόνη συντροφιά τις σκιές και τα φαντάσματα της Βεντέτας. 

Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Σκηνοθεσία:Αντώνης Μανδρανής 
Ηθοποιοί: Γιάννης Σπαλιάρας
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης




Τα "Ματωμένα Ίχνη" της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με τη προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης. 



Ένας αλλιώτικος Ντόριαν Γκρέι της Τζένης Κοσμίδου


   Για όλους τους ανθρώπους υπάρχει ένας διώκτης. Ένας δαίμονας που αν καταφέρει να τους κυριεύσει βασανίζει την ψυχή τους μέχρι να την οδηγήσει στο τέλος. Για άλλον αυτός ο δαίμονας ονομάζεται Χρήμα. Για άλλον Λαγνεία. Εξίσου ισχυρός είναι και εκείνος που ακούει στο όνομα Ζήλια. Κανείς του όμως δεν είναι σε θέση να συγκριθεί με τον δαίμονα που ονομάζεται Χρόνος. Είναι ο πιο ισχυρός, ο πιο άγριος και αδυσώπητος όλων. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την ξέφρενη πορεία φθοράς που επιφέρει.
  Δεν υπάρχει τίποτα πιο οδυνηρό από αυτήν την ίδια την ομορφιά. Για σένα τον ίδιο που την κατέχεις. Οι περισσότεροι βλέποντας έναν όμορφο άνθρωπο, σε όποιο από τα δύο φύλλα και αν ανήκει, συμπεραίνουν αυτόματα ότι θα έχει πληγώσει αμέτρητους συνανθρώπους του επειδή δεν θα μπορούσαν να τον έχουν. Λάθος. Ο πόνος του άπιαστου δεν είναι αβάσταχτος. Μπορεί να γεννήσει δημιουργία, τέχνη, τάση για να γίνεσαι κάθε μέρα ολοένα και καλύτερος, στην προσπάθεια σου να έχεις έστω και μια μικρή ελπίδα να αγγίξεις το αντικείμενο του πόθου σου.
  Οι άνθρωποι από φυσικού μας έχουμε μέσα μας την ελπίδα της πιθανότητας για το αναπάντεχο όσο ελάχιστη και αν είναι αυτή. Ο μεγαλύτερος πόνος είναι αυτός του ανέφικτου που βιώνει το ωραίο όντας αντικείμενο πόθου για πολλούς. Το ανέφικτο της αέναης συντήρησης της ομορφιάς του που θα δίνει τροφή στον πόθο των θαυμαστών του, γεννώντας καλλιτέχνες, καλύτερους ανθρώπους ή απλά δυστυχισμένους που περιφέροντας δεξιά και αριστερά την λύπη τους βρίσκουν την λύτρωση της ευτυχίας στην αγκαλιά ενός παρηγορητή. Κάποιου που θα αφιερώσει την ζωή του στο να απαλύνει τον πόνο τους και μέσα από αυτό θα γίνει και ό ίδιος ευτυχισμένος. Η ευθύνη της ομορφιάς είναι τεράστια και η συντήρηση της, κόντρα στη λαίλαπα του χρόνου, αδύνατη. Μονάχα εκείνος ο Ντόριαν Γκρέι κατάφερε να κερδίσει. Και τι δεν θα έδινα να έχω ένα πορτραίτο σαν το δικό του. Να γερνά αυτό και εγώ να παραμένω νέος. Αναλλοίωτος. Ίσως τελικά να έπρεπε να γίνω ποιητής η συγγραφέας ρομαντικών μυθιστορημάτων. Η ζωή μου τότε θα ήταν πιο απλή. Θα τραγουδούσα τον έρωτα αντί να έχω το χρέος να τον εμπνέω. Η δουλειά μου θα ήταν πολύ πιο απλή. Η ευθύνη μου λιγότερο δυσβάσταχτη. Δεν θα εμπόδιζαν το χρέος μου οι ρυτίδες, που σιγά -σιγά θα αφήσουν τις ανεξίτηλες χαρακιές τους στο πρόσωπο, που για χάρη του, ξενύχτησαν τόσες γυναίκες. Οι ζάρες στα χέρια δεν θα αλλοίωναν την όψη τους στερώντας από τόσες γυναίκες το καταφύγιο που έβρισκαν εκεί στα όνειρα τους τις ατελείωτες ώρες της μοναξιάς τους. Ίσως να παραληρώ, το συνηθίζω όταν γράφω στο ημερολόγιο μου. Είναι το μόνο μέρος που μπορώ να φλυαρώ για τους φόβους μου. Το μόνο; Αχάριστοι που είμαστε τελικά οι άνθρωποι. Αρέσκομαι στο να ξεχνάω εκείνη. Αυτή που τα χέρια της ακούραστα αποτυπώνουν την ομορφιά μου στους καμβάδες της ακούγοντας ατέλειωτα παραληρήματα σαν το αποψινό. Αυτήν που τα μάτια της επιβεβαιώνουν σιωπηλά την υπόσχεση που επαναλαμβάνουν τα χείλη της θέλοντας να με καθησυχάσουν. «Όσα χρόνια και αν περάσουν, όσο και αν αλλοιωθούν τα χαρακτηριστικά σου, στα δικά μου μάτια θα συνεχίζεις να σαι τόσο όμορφος όπως τώρα. Όπως τότε την πρώτη φορά που σε αντίκρισα».
  Θα ήταν αστείο να με ρωτήσει κάποιος αν είναι ερωμένη μου. Εννοείται πως είναι, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι έχει και την αποκλειστικότητα. Είναι παράλογο να ζητάς την αποκλειστικότητα της ομορφιάς. Είναι σαν να κλείνεις έναν πανάκριβο έργο τέχνης σε ένα θησαυροφυλάκιο θέλοντας να ικανοποιήσεις την εγωιστική σχεδόν παρανοϊκή επιθυμία να σου ανήκει, τρέφοντας έτσι την προσωπική σου ικανοποίηση, αδιαφορώντας για το ότι σε κοινή θέα θα έκανε ευτυχισμένους και άλλους ανθρώπους. Την ομορφιά δεν μπορείς να την έχεις σε μεγάλες δόσεις. Είναι επικίνδυνο μπορεί να σε σκοτώσει. Της το έλεγα συχνά. Χαμένος κόπος. Εκείνη πάντα χαμογελούσε και αποδεχόταν τα πάντα. Της αρκούσε να μένει δίπλα μου. Να αποτυπώνει την εικόνα μου στους καμβάδες της ακόμα πιο όμορφη από ότι ήταν βλέποντας την μέσα από τα μάτια της αγάπης της ακόμα και όταν την προηγούμενη την είχα διώξει ,μέσα στη νύχτα, για να μοιραστώ το στρώμα μας με μια άγνωστη που είχα γνωρίσει σε ένα μπαρ. Τα χαράματα που ξεπροβόδισα την ξένη την βρήκα στο πλατύσκαλο να περιμένει και τα μάτια της δεν είχαν χάσει τίποτα από αυτή την πελώρια αγάπη που αντίκριζα κάθε φορά που με κοιτούσαν. Ποιος από τους δύο μας ήταν ο άρρωστος; Εκείνη η Εγώ; Μπορεί και οι δύο. Το δικό μου ναρκωτικό λεγόταν Ναρκισσισμός το δικό της Άλεν. Ένα κοινό είχαμε. Οι ζωές και τον δύο περιστρέφονταν γύρω από τον εαυτό μου.
  Εγώ από ένα σημείο και μετά άφησα τον φόβο της φθοράς να με κυριεύσει χάνοντας το ενδιαφέρον για το οτιδήποτε και εκείνη αφιερώθηκε στο να με πείσει ότι μένω αναλλοίωτος, αφού η διαβεβαίωση της, πως όσο αδυσώπητος και να στεκόταν μελλοντικά μαζί μου ο χρόνος στο μέλλον τα μάτια της θα αντίκριζαν πάντα την ίδια εικόνα, δεν ήταν αρκετή για να με καθησυχάσει. Ήταν εγωιστικό αλλά δεν μου έφτανε μονάχα ο δικός της θαυμασμός. Είχα ανάγκη να με θαυμάζουν όλοι. Έτσι κλειστήκαμε στο ατελιέ. Αν με ρωτήσεις ούτε εγώ ξέρω για πόσο. Εγώ πόζαρα και εκείνη με ζωγράφιζε, κάθε φορά ομορφότερο από την προηγούμενη. Βγαίναμε μόνο όταν εξέθετε τα έργα της και εγώ έστεκα δίπλα της βλέποντας το κοινό της να θαυμάζει εμένα και την εικόνα μου στις εκθέσεις της και πολλές φορές χαρίζοντας τη χαρά της φευγαλέας απόκτησης σε κάποιες από τις γυναίκες που βρίσκονταν εκεί. Εκείνη δεν ταραζόταν. Ήξερε ότι ανήκα σε εκείνη.
Ήξερε ότι είχε γίνει το ναρκωτικό μου αφού είχε φροντίσει να ποτίσει βαθιά μέσα μου την ιδέα ότι στα μάτια της ,όσα χρόνια και να περνούσαν, η εικόνα μου δεν θα αλλοιωνόταν και η εικόνα που θα έβλεπε θα αποτυπωνόταν στους καμβάδες και όταν πια η εικόνα που αποτυπωνόταν έπαυε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα θα έπαυα να βγαίνω από το ατελιέ. Ο κόσμος θα έβλεπε τους πίνακες και θα πίστευε πως ήμουν αναλλοίωτος. Θα θεωρούσαν πως η εκκεντρικότητα μου με έκανε να αποφεύγω τις δημόσιες εμφανίσεις. Βίωνα την ιστορία του Ντόριαν Γκρέι ανάποδα σαν σε αντικατοπτρισμό από καθρέφτη. Στη δική μας ιστορία θα γέρναγα εγώ μα τα πορτραίτα μου θα έμεναν πάντα νέα, αναλλοίωτα και ποθητά.

Ήξερε ότι διάβαζα το ημερολόγιο του, δεν τον ενοχλούσε άλλωστε δεν είχε προσπαθήσει ποτέ να κρύψει κάτι από μένα. Το θεωρούσε περιττό. Γνώριζα για το πλήθος των γυναικών με τις οποίες τον μοιραζόμουν, για την άρρωστη εμμονή με την εξωτερική του εμφάνιση και την φυσική αλλοίωση της με τον χρόνο που σιγά-σιγά την μετέδωσε και σε εμένα ως ένα βαθμό. Ξεκαθαρίζω την θέση μου. Μια γυναίκα που φτάνει να αγαπάει τόσο έναν άντρα ώστε να αδιαφορεί για το ότι τον μοιράζεται δεν πτοείται από την φυσική φθορά που θα επιφέρει ο χρόνος στο παρουσιαστικό του. Αν έφτασα να μοιράζομαι αυτή του την εμμονή ήταν για να δώσω τροφή στην δική μου που ήταν να τον βλέπω ευτυχισμένο. Δεν είχα άλλο τρόπο να είμαι ευτυχισμένη και εγώ αφού πριν προλάβω καν να το αντιληφθώ η ευτυχία μου είχε γίνει πλήρως εξαρτημένη από την δική του. Η αγάπη μου γι αυτόν είχε προ πολλού μετατραπεί σε εξάρτηση. Πλέον τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να με πείσει ότι υπήρχε ζωή για μένα μακριά από τον Άλεν. Έτσι παραδόθηκα απόλυτα σ’ αυτόν και στον τρόπο ζωής που χωρίς να με ρωτήσει μου επέβαλε. Οι ανάγκες του έγιναν ανάγκες μου .Τα θέλω του δικά μου και τα αληθινά δικά μου χάθηκαν στα πιο μύχια δαιδαλώδη μονοπάτια του μυαλού μου.
  Ζούσα μέσα από αυτόν η εξάρτηση μου ήταν τόσο μεγάλη που νόμιζα ότι αν κρατούσε την αναπνοή του πρώτα θα πέθαινα εγώ από ασφυξία και μετά ο ίδιος. Αυτή μου η εμμονή σιγά- σιγά άρχισε να μου στοιχίζει. Το συναισθηματικό κόστος, τότε, ήταν πολύ νωρίς για να το καταλάβω αλλά το υλικό πλέον είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό αφού η δουλειά μου ήταν η μόνη πηγή εισοδήματός μας από την οποία εξασφαλίζαμε τα μέσα διαβίωσής μας και τα οποία δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητα. Η εμμονή του Άλεν με την εμφάνιση του μεταφραζόταν σε μια διάθεση τεραστίων ποσών για ενδύματα, καλλυντικά, πρωτότυπες αντιγηραντικές θεραπείες που έφταναν μέχρι και σε επεμβάσεις, χρυσοπληρωμένες, για να καταφέρουν να μείνουν κρυφές από τους δημοσιογράφους. Όσο περνούσαν τα χρόνια τα ποσά που χρειαζόταν για να καλύψει την ανασφάλεια του αυξάνονταν όπως και τα ξεσπάσματα και το κυκλοθυμικό και δύστροπο του χαρακτήρα του. Το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορεί πλέον να καλύψει αυτές του τις ανάγκες με τα δικά του χρήματα αφού οι δουλειές του λόγο των υψηλών απαιτήσεων ( ολόκληρο επιτελείο ανθρώπων που θα φρόντιζε για το άψογο της εμφάνισης του) και των συχνών εκρήξεων του είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Από την άλλη μεριά και οι δικές μου οικονομικές δυνατότητες είχαν μειωθεί σημαντικά καθώς διεκδικούσε το ταλέντο μου κατ αποκλειστικότητα. Εκτός του ίδιου στην ιδέα ότι θα ζωγραφίσω οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο γινόταν έξαλλος. Τους άντρες τους ζήλευε και δεν ήθελε να έρχονται στο σπίτι συχνά. Γυναίκες δεν ήθελε γιατί θεωρούσε ότι θα απομυθοποιούταν στα μάτια τους αν τον έβλεπαν στον προσωπικό του χώρο να ζει και να συμπεριφέρεται ως κοινός θνητός. Έτσι τα έσοδα μου από εκθέσεις με πορτραίτα διάσημων και ιδιόρρυθμων πλουσίων και επιχειρηματιών έπαψαν και ως γνωστόν τα έτοιμα όσα και να είναι έρχεται η στιγμή που τελειώνουν ιδίως όταν προσπαθεί πέραν των δικών σου αναγκών και ενός ατελιέ να καλύψεις και τις ανάγκες ενός ανθρώπου που ξόδευε όλες τις ώρες της μέρας του στο να καταναλώνει μανιωδώς. Πλέον είχαμε περιέλθει σε αληθινά δύσκολη θέση. Χρωστούσαμε τεράστια ποσά γιατί όταν τελείωσαν τα μετρητά ο Άλεν συνέχισε τον πολυδάπανο τρόπο ζωής που είχε συνηθίσει με πιστωτικές κάρτες και δάνεια τα οποία δεν μπήκε ποτέ στην διαδικασία να σκεφτεί ότι θα ήταν αδύνατο να αποπληρωθούν. Όταν πια εξαντλήθηκε και αυτή η πηγή χρημάτων έχασε εντελώς τον έλεγχο τόσο της εμμονής του όσο και του ίδιου του του εαυτού.
  Ξεκίνησε να πίνει και όσο το ποτό άφηνε πιο έκδηλα τα σημάδια στην εμφάνιση του τόσο πιο βίαιος και επιθετικός γινόταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με είχε χτυπήσει για να με αγκαλιάσει λίγο αργότερα μετανιωμένος υποσχόμενος ότι δεν πρόκειται να ξανασυμβεί μόνο που πλέον οι υποσχέσεις του δεν κρατούσαν παρά λίγες μέρες καμιά φορά και ώρες. Δεν πέρασε από το μυαλό μου ούτε για μια στιγμή να τον αφήσω αλλά δεν άντεχα να τον βλέπω να υποφέρει και να καταστρέφεται. Έτσι πήρα την μεγάλη απόφαση. Θα καταπατούσα τους κανόνες του και θα δεχόμουν την προσφορά ενός ιδιόρρυθμου νεαρού επιχειρηματία που ήθελε να ζωγραφίσω το γυμνό του πορτραίτο έναντι ενός μεγάλου χρηματικού ποσού. Για κείνον θα το έκανα όχι για μένα. Η προσωπική μου οικονομική και επαγγελματική καταστροφή με άφηνε ασυγκίνητη αλλά δεν άντεχα να βλέπω το δικό του μαρτύριο. Την παρούσα χρονική στιγμή φάνταζε ως μοναδική λύση. Αυτό που επακολούθησε δεν θα μπορούσε να το φανταστεί ούτε ο πιο νοσηρός νους.
  Ήμουν υποχρεωμένη να δουλέψω στο ατελιέ καθώς ο νεαρός ήθελε ο πίνακας να γίνει κρυφά από την σύντροφο του, με την οποία συζούσε, αφού σκόπευε να τον χρησιμοποιήσει για την ιδιαίτερη πρόταση γάμου που είχε αποφασίσει να της κάνει. Με την προκαταβολή που πήρα έκλεισα ραντεβού σε ένα ινστιτούτο περιποίησης στον Άλεν ώστε να νιώσει καλύτερα και να μην είναι παρόν στο ατελιέ όσο θα έκανα την δουλειά μου. Δεν είχα τολμήσει να τον ενημερώσω για την απόφαση μου. Ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν ανένδοτος και άλλη λύση δεν υπήρχε. Μας είχαν πνίξει τα χρέη. Δεν ξέρω τι τον έκανε να γυρίσει νωρίτερα. Όταν άκουσα το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα το αίμα μου πάγωσε.

  Στην θέα του νεαρού γυμνού άντρα με το αλαβάστρινο κορμί ο Άλεν έμεινε εμβρόντητος. Άδικα προσπάθησα να του εξηγήσω. Μέσα σε μια στιγμή αγρίεψε και έπεσε πάνω στον νεαρό σαν μανιασμένο θηρίο. Τον γρονθοκοπούσε αλύπητα και ήταν τόση η ορμή του που σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό κατέστησε το θύμα του ανήμπορο να αντιδράσει. Πιστεύοντας πως η αντίδραση του οφειλόταν σε έκρηξη ζήλιας ο άτυχος νέος προσπαθούσε μάταια να εξηγήσει ότι απλά τον ζωγράφιζα και δεν υπήρχε τίποτα ερωτικό μεταξύ μας. Άδικος κόπος και το ήξερα. Θα προτιμούσε να είχα κάνει σεξ μαζί του, μπορώ να πω, γεγονός το οποίο θα τον άφηνε περισσότερο αδιάφορο, παρά αυτό που έκανα. Για εκείνον αποτελούσε την ύψιστη προδοσία. Ο παραμορφωμένος πλέον άτυχος νέος είχε λιποθυμήσει αλλά δεν νομίζω πως ο Άλεν το είχε αντιληφθεί αφού συνέχιζε να τον γρονθοκοπεί με την ίδια μανία. Όταν πια καταλάγιασε ο θυμός του ήταν ήδη πολύ αργά. Ο άτυχος νέος δεν ανέπνεε. Τότε πλέον κατάλαβε τι είχε κάνει ήταν όμως πια αργά. Όπως και τις φορές που με χτυπούσε έγινε ένα κουβάρι στην αγκαλιά μου και άρχισε να κλαίει σαν μωρό παιδί. Τα αναφιλητά του συντάραζαν ολόκληρο το κορμί του από πάνω έως κάτω. Δεν το ήθελε. Δεν κατάλαβε πως έγινε. Και δε θα άντεχε την φυλακή. Εκλιπαρούσε να τον σώσω. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να τον σώσω και να σωθώ και εγώ γιατί χωρίς τον Άλεν η ύπαρξη μου θα έχανε κάθε νόημα.
  Σκέπασα το άψυχο πτώμα του νεαρού με σεντόνια γιατί η θέα του από μόνη της μας προκαλούσε πανικό. Τα κοκαλωμένα γεμάτα απορία μάτια του, χαμένα μέσα στο παραμορφωμένο πρόσωπο του ,μας κάρφωναν σαν χίλια στιλέτα. Έπειτα είπα στον Άλεν να κάνει ένα μπάνιο και να ετοιμαστεί για επίσημη έξοδο. Τον παρακάλεσα να γίνει ομορφότερος από κάθε άλλη φορά. Με κοίταξε με απορία μα τον καθησύχασα λέγοντας του απλά να με εμπιστευτεί. Όσο εκείνος φρόντιζε την εμφάνιση του ετοίμασα τα πινέλα και τον καμβά μου και του έβαλα ένα ποτό με αρκετή δόση ηρεμιστικού. Ήταν απαραίτητο να κοιμηθεί. Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο μου φάνηκε ομορφότερος από κάθε άλλη φορά. Του έδωσα το ποτό και του ζήτησα να το πιεί στο κρεβάτι. Με υπάκουσε τυφλά χωρίς να με ρωτήσει το γιατί. Πιστεύω πως εκείνη τη στιγμή θα υπάκουε πειθήνια σε οτιδήποτε και αν του έλεγα. Έτσι ήταν πάντα όταν παραδιδόταν στις τύψεις μετά από μία μεγάλη έκρηξη θυμού μονάχα που αυτή η τελευταία δεν είχε στοιχήσει μόνο λίγες μελανιές η ένα σπασμένο άκρο ,όπως γινόταν πυκνά συχνά με εμένα, αλλά την ζωή ενός αθώου.
  Μέσα σε λίγα λεπτά είχε αποκοιμηθεί και τότε ξεκίνησα να τον ζωγραφίσω. Έτσι όπως ήταν ήρεμος γαλήνιος με τα μάτια κλειστά φάνταζε πιο όμορφος από ποτέ. Ένας αληθινός άγγελος. Ο δικός μου σκοτεινός άγγελος που είχε χάσει τον δρόμο του. Έτσι του άξιζε να είναι πάντα. Ήρεμος όμορφος και γαλήνιος. Δεν άξιζε σε ένα τέτοιο πλάσμα ο πόνος ,η απόγνωση, η μιζέρια και η φθορά που τον οδήγησαν στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής του μετατρέποντας τον άγγελο σε δαίμονα. Τελειώνοντας θαύμασα για ακόμη μια φορά το έργο μου. Ο ομορφότερος πίνακας που είχα ζωγραφίσει ποτέ αφού σε αυτόν συναντιόντουσαν η απόλυτη ομορφιά του Άλεξ και η απόλυτη αγάπη μου για εκείνον. Παρά την παρακμή μου με αυτόν τον πίνακα ήταν βέβαιο πως η αξία μου θα αναγνωριζόταν. Κανένας άλλος δεν είχε φτιάξει ούτε νομίζω ότι θα μπορούσε να φτιάξει κάτι ανάλογο γιατί για να αποτυπώσεις όλα αυτά τα ακραία συναισθήματα πρέπει πρώτα να τα έχεις βιώσει και να τα έχεις αντέξει.
Σφάλισα πόρτες και παράθυρα ακόμα και τις χαραμάδες με πανιά. Άνοιξα την φιάλη του γκαζιού και ξάπλωσα δίπλα του. Λίγο πριν έγραψα αυτές τις αράδες στο ημερολόγιο του. Δεν ήθελα η κοινή γνώμη να σχηματίσει εσφαλμένες εντυπώσεις όπως ότι ο άτυχος νέος ήταν εραστής μου και αυτό ώθησε τον Άλεν στο διπλό έγκλημα και την αυτοκτονία. Ήμουν σίγουρη ότι αν δεν έγραφα αυτές τις γραμμές οι περισσότεροι αυτό θα πίστευαν. Βλέπεις οι άνθρωποι με περιορισμένα και χαλιναγωγημένα συναισθήματα έχουν και ανάλογο τρόπο σκέψης. Πρέπει να σπάσεις τα όρια του συναισθήματος και της λογικής για να μπορέσεις να καταλάβεις την ιστορία την δική μου και του Άλεν ακόμα και τώρα που προσπάθησα να την εξηγήσω με όσο το δυνατόν πιο απλοϊκό τρόπο. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Άλλη σωτηρία. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να υποστεί το μαρτύριο της φυλακής και της φθοράς. Ήταν σίγουρο πως θα έχανε για πάντα την ψυχή του και με τον καιρό θα έσβηνε από την μνήμη του κόσμου.
  Η ιστορία μας όμως και το πορτραίτο του, αυτό που θα με καταξιώσει μετά, τον κατά τα άλλα αδιάφορο θάνατο μου, θα τον κρατήσει ζωντανό αιώνια στις μνήμες του κόσμου με την όμορφη αναλλοίωτη εικόνα που χε σήμερα. Όσο για μένα καιρό τώρα είχα πειστεί ότι ο μόνος λόγος που γεννήθηκα και περπάτησα σε αυτή την γη ήταν αυτός ο άνθρωπος. Πως θα μπορούσα λοιπόν να τον αφήσω τώρα μόνο στο μεγάλο του ταξίδι. Ίσως κάποιοι όταν βρουν τα άψυχα κορμιά μας και διαβάσουν αυτές τις αράδες να με χαρακτηρίσουν ψυχοπαθή. Ίσως το ίδιο να σκεφτούν και για τον Άλεν. Ίσως η απόλυτη αγάπη τελικά να είναι μια μεγάλη ψύχωση δεν ξέρω. Δεν μπορώ να γράψω άλλο πρέπει να πάω κοντά του με χρειάζεται και τον χρειάζομαι. Τελικά βρήκα τον τρόπο να είμαστε μαζί και ευτυχισμένοι. Τώρα πάντα και για πάντα.

  Λίγες μέρες μετά λόγω της έντονης δυσοσμίας που αναδυόταν από το ατελιέ οι γείτονες ειδοποίησαν την αστυνομία. Η Αλίσια είχε δίκιο η κοινή γνώμη θεώρησε πως είχε να κάνει με ένα ζευγάρι ψυχοπαθών. Η ιστορία τους συζητήθηκε πολύ αφού προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στην κοινή γνώμη αλλά και στην οικογένεια του αδικοχαμένου νεαρού επιχειρηματία αλλά δυστυχώς για την Αλίσια και τον Άλεν σύντομα ξεχάστηκε. Ο πίνακας έγινε γνωστός μονάχα για ένα μικρό διάστημα ως πειστήριο της τραγωδίας αλλά κανένας δεν θέλησε να εκθέσει η να αγοράσει ένα έργο που συνδεόταν με ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα. Τόσο ο Άλεν όσο και η ιστορία τους σύντομα ξεχάστηκε γιατί οι άνθρωποι συνηθίζουν να απωθούν από την μνήμη τους τα αρνητικά γεγονότα. Η αρρωστημένη αγάπη της Αλίσιας για τον Άλεν χαρακτηρίστηκε, όπως σωστά είχε μαντέψει, ψύχωση και πέραν των εγκληματολόγων και των ψυχιάτρων έπειτα από ένα διάστημα έπαψε να ενδιαφέρει οποιονδήποτε άλλο και ξεχάστηκε. Καθώς δεν υπήρχαν στενοί συγγενείς τόσο το ατελιέ όσο και ότι είχε απομείνει από τις περιουσίες και των δύο πέρασε στα χέρια του δημοσίου και κάπως έτσι λίγα χρόνια μετά η ιστορία τους ήταν σαν να μην συνέβη ποτέ.
Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου
Ηθοποιοί: Στράτος Τζώρτζογλου, Ναταλια Σολεντατ Πετσαλη
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Φωτογράφηση: Ivalina Dakova
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης
Το μακιγιάζ των ηθοποιών είναι μια ευγενής χορηγία των ΙΕΚ ΑΚΜΗ






Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.



Μία σύγχρονη Μήδεια της Τζένης Κοσμίδου


Μία σύγχρονη Μήδεια

  
 Πολλοί ρωτούν, τι είναι αγάπη. Στο όνομα αυτής της τόσο μικρής λέξης γίνονται θαύματα και εγκλήματα. Γεννιούνται όνειρα και εφιάλτες. Αν ρωτήσεις εκατό διαφορετικούς ανθρώπους θα πάρεις εκατό διαφορετικές  ερμηνείες. Αν ρωτήσεις εμένα θα σου πω ότι αγάπη είναι το απόλυτο δόσιμο.  Η πλήρης παραίτηση του εγώ για το εσύ, αδιαφορώντας αν αυτό είναι ή θα γίνει ποτέ εμείς. Έτσι την αντιλαμβανόμουν εγώ την αγάπη από παιδί και όταν γνώρισα εκείνον, τον έναν, τον μοναδικό, έτσι αποφάσισα να την βιώσω.
  Μικρή κοπέλα ήμουν όταν τον πρωτοαντίκρισα. Αμάθητη από έρωτα, από την ζωή την ίδια. Όχι, δεν υπερβάλω. Στην ηλικία των δεκατριών και με έναν πατέρα που δεν με άφηνε να κάνω βήμα τι να είχα προλάβει να ζήσω; Τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά ενώ εκείνος δεν μου έριξε ούτε δεύτερη. Από εκείνη την στιγμή ζούσα για εκείνον ενώ εκείνος στοιχηματίζω πως αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξη μου. Βλέπεις ερχόταν από την πρωτεύουσα. Εκεί που οι γυναίκες κυκλοφορούν ελεύθερα, γεμάτες φτιασιδώματα. Εγώ άλλο από το σπίτι και τα χωράφια δεν ήξερα και που λεφτά για φτιασιδώματα. Ακόμα όμως και να έβρισκα κάπου τα χρήματα, είμαι σίγουρη, πως ο πατέρας μου θα με έσπαγε στο ξύλο, ακόμα και στην ιδέα κοκκιναδιού στα χείλη μου. Ούτε τη μάνα άφηνε. Έλεγε ότι αυτά ήταν για τις πρόστυχες και αυτός ήθελε να δώσει κορίτσι.  
  Έμπαινε και έβγαινε πια στο σπίτι μας συχνά. Μίλαγε ώρες ατελείωτες με τον πατέρα. Από τα λίγα που μπορούσα να καταλάβω από τις κουβέντες τους ήθελε να τον πείσει να αγοράσει τη γη μας. Ο πατέρας  ήταν ανένδοτος. Βλέπεις αγάπαγε το χώμα περισσότερο και από μένα που ήμουν παιδί του. Από τη μάνα μου σίγουρα. Αυτό στάθηκε αιτία να την χάσουμε. Έγκυος στο δεύτερο παιδί της ήταν όταν την έπιασαν οι πόνοι πρόωρα και τα πόδια της έγιναν κόκκινα από το αίμα. Μάταια παρακάλαγε τον πατέρα να την πάει στο νοσοκομείο στην πρωτεύουσα. Είχε συγκομιδή. Η μόνη υποχώρηση που έκανε ήταν πριν πάει στα κτήματα να περάσει από το σπίτι της μαμής και να της πει ότι η γυναίκα του την χρειαζόταν.
  Ήρθε τρεχάτη η μαμή μα δεν στάθηκε ικανή να σταματήσει το κακό. Η μάνα είχε μια επιπλοκή που της στοίχισε την ζωή της. Αν με ρωτήσεις τι δεν μπορώ να θυμηθώ. Πως θα μπορούσα άλλωστε; Μια σταλιά παιδάκι ήμουν, μα η λέξη επιπλοκή χαράχθηκε για καλά μέσα μου. Τόσο περίεργη λέξη, τόσο όμορφη και όμως στοίχισε δύο ζωές. Τώρα που το καλοσκέφτομαι ίσως να στοίχισε και τρείς. Ίσως αν δεν ήταν αυτή να ήταν και η δική μου ζωή διαφορετική. Ήθελα τόσο ένα αδελφάκι. Δεν με ένοιαζε αν θα ήταν αγόρι ή κορίτσι. Μου έφτανε που θα είχα μια παρέα, μα δεν ήταν αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή μου, όσο ο χαμός της μάνας.
  Η γλυκύτητα και η καλοσύνη της ήταν το αντίβαρο στην σκληρότητα και την καταπίεση του πατέρα. Όταν εκείνος βάραγε εκείνη χάιδευε. Όταν εκείνος με κυνηγούσε, εκείνη ήταν το πιο ασφαλές καταφύγιο. Μιλάω κυριολεκτικά. Δεν ήταν βλέπεις λίγες οι φορές που είχε φάει ξύλο εκείνη αντί για μένα. Όταν την έχασα, έχασα τα πάντα. Έμεινα μόνη και απροστάτευτη στον άγριο κόσμο του πατέρα. Έναν κόσμο γεμάτο κανόνες, φοβέρα, δουλειά, ξύλο και ταπεινώσεις. Μόνη μου παρηγοριά η ανάμνηση από τα παραμύθια που μου έλεγε εκείνη, με τον γαλάζιο πρίγκιπα που θα ερχόταν να με σώσει. Μόλις αντίκρισα τις μαύρες θάλασσες των ματιών του ήμουν σίγουρη ότι ήταν εκείνος.
  Έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να με προσέξει. Όταν ερχόταν σπίτι να μιλήσει με τον πατέρα, φρόντιζα πάντα να τον περιποιούμαι και να επιδεικνύω την νοικοκυροσύνη μου. Προσπαθούσα να είμαι όσο το δυνατόν πιο όμορφη. Μια φορά το παράκανα τόσο που μέχρι και ο πατέρας κάτι κατάλαβε και έγινε έξω φρενών.



  Εκείνη την ημέρα σαν να μην έφτανε η περιποιητικότητα και η συνεχής επίδειξη νοικοκυροσύνης που έκανα κάθε φορά, είχα βάλει και τα Κυριακάτικα ρούχα που φόραγα στην εκκλησία. Τα χαρακτηριστικά του πατέρα είχαν αλλοιωθεί από την οργή, χωρίς τότε να μπορώ να καταλάβω το γιατί. Έδιωξε με μια πρόχειρη δικαιολογία τον ξένο και πριν προλάβει να κλείσει η πόρτα με πέταξε στο πάτωμα και άρχισε να με χτυπάει όπου έβρισκε. Ακόμα θυμάμαι τις πρόστυχες λέξεις με τις οποίες με έλουζε, ενώ οι μπότες και οι γροθιές του έπεφταν με φόρα πάνω μου.  «Ακόμα δεν έσκασες από το αυγό μου θέλεις και κόκορα! Πρόστυχη! Ξεφτιλισμένη!» και αυτά ήταν τα πιο ανώδυνα. Μπορεί και να με είχε σκοτώσει αν από τις φωνές μου δεν ερχόταν η Κατερίνα.
  Η Κατερίνα ήταν η κόρη του γείτονα μας. Μην φανταστείς καμιά μεγάλη γυναίκα, θα ήταν δεν θα ήταν δεκαέξι το πολύ δεκαεπτά. Ο πατέρας της πρέπει να ήταν πολύ πιο ελαστικός από τον δικό μου, αφού την άφηνε να μιλά στον πατέρα στον ενικό. Εγώ αν τόλμαγα να μιλήσω σε μεγάλο στον ενικό, ούτε μπορώ να φανταστώ τι με περίμενε. Εκείνη την μέρα την έβλεπα σαν τον καλό μου άγγελο. Ήρθε με γλίτωσε από τα χέρια του και μου πε να φύγω για λίγο μέχρι να ηρεμήσει. Χωρίς να ξέρω που να πάω το έβαλα στα πόδια και η Κατερίνα έμεινε πίσω.
  Όταν γύρισα ο πατέρας μου ήταν άλλος άνθρωπος. Δεν είχε ίχνος θυμού πάνω του, ίσα - ίσα έδωσε χρήματα στην Κατερίνα και της είπε να με πάει να ψωνίσω δύο καινούργια φουστάνια και ένα ζευγάρι παπούτσια. Έμεινα να τον κοιτάζω σαν χαζή. Από τότε που πέθανε η μάνα γυρνούσα με κουρέλια και αποφόρια άλλων. Δεν ήταν ότι δεν είχε χρήματα, άλλα όπως έλεγε συνήθως, το θεωρούσε πεταμένα λεφτά. Ότι είχε και δεν είχε το επένδυε στην γη.
  Πήραμε το λεωφορείο για να κατέβουμε στην αγορά. Μπορεί να φαίνεται χαζό, αλλά με μιας είχα ξεχάσει και το ξύλο και τις βρισιές. Όλα φάνταζαν μαγικά. Στη διαδρομή γίναμε φίλες με την Κατερίνα. Τόσο που της μίλησα και για εκείνον. Στην αρχή δεν ήθελα φοβόμουν και ντρεπόμουν πολύ αλλά εκείνη που απ’ ότι είπε το είχε καταλάβει, με ενθάρρυνε και σιγά - σιγά ανοίχτηκα και της τα είπα όλα. Όχι μόνο πήραμε τα φορέματα και τα παπούτσια αλλά πήγαμε και μου έκοψαν και τα μαλλιά. Ύστερα με πήρε σπίτι της για να ολοκληρώσει την μεταμόρφωσή μου.
   Μου αραίωσε τα φρύδια, ώστε όπως είπε να φαίνονται τα μάτια μου που χανόντουσαν κάτω από τόσες τρίχες και μου ξύρισε τα πόδια και τις μασχάλες. Για αυτά τα τελευταία είχα πολλές αντιρρήσεις. Φοβόμουν βλέπεις την αντίδραση του πατέρα. Εκείνη όμως με καθησύχασε, λέγοντας πως ο πατέρας είχε δώσει την άδεια του για όλα αυτά. Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το σπίτι μου έβαλε στην τσέπη το πρώτο μου κοκκινάδι. Έμεινα να την κοιτάζω άναυδη. Ήταν αδύνατο ο πατέρας να είχε συμφωνήσει και γι’ αυτό και όμως είχε.
  Ήταν η μέρα των εκπλήξεων αφού όταν μπήκαμε στο σπίτι ο πατέρας δεν ήταν μόνος. Στη μέση του δωματίου στεκόταν εκείνος. Μόλις μπήκαμε στο σπίτι για πρώτη φορά τα μάτια του στάθηκαν πάνω μου. Επιτέλους με είχε δει! Αυτό το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα άξιζε ακόμα και να με σκοτώσει ο πατέρας. Σχεδόν δεν ανέπνεα. Από τη μία η συγκίνηση και το χτυποκάρδι από την άλλη ο φόβος για την καταιγίδα που ήμουν σίγουρη ότι από λεπτό σε λεπτό θα ξεσπούσε. Αντί της καταιγίδας με χτύπησε κεραυνός.
  Ο πατέρας όχι μόνο δεν έγινε έξαλλος αλλά έφυγε για να βοηθήσει την Κατερίνα σε κάποιες δουλειές, για να την ευχαριστήσει, όπως είπε, για όσα έκανε για μένα. Είχα μείνει να τον κοιτάζω αποσβολωμένη όταν φεύγοντας τον άκουσα ,σαν από όνειρο, να μου λέει να περιποιηθώ τον Ηλία μέχρι να γυρίσει. Ώστε Ηλία τον έλεγαν και επιτέλους με είχε προσέξει και ο πατέρας όχι μόνο δεν είχε θυμώσει αλλά με άφηνε μόνη μαζί του, να του κρατήσω συντροφιά και να τον περιποιηθώ.
  Όλα έπειτα έγιναν αυτόματα, κάτω από ένα το μαγικό πέπλο, που έκανε τα πάντα να φαντάζουν παραμυθένια. Η φωνή του ηχούσε σαν μελωδία στα αυτιά μου. Μου ζήτησε έναν καφέ. Τα πόδια μου σχεδόν δεν πατούσαν στην γη. Όταν του τον πήγα άπλωσε το χέρι του να τον πάρει και τα δάχτυλα του άγγιξαν φευγαλέα τα δικά μου. Η ταραχή μου ήταν τόση, που ο καφές κατέληξε στο πάτωμα. Τραύλισα με το ζόρι ένα συγνώμη και έσκυψα να μαζέψω τα γυαλιά, με μάτια έτοιμα να τρέξουν. Τα είχα κάνει θάλασσα. Έσκυψε και εκείνος μαζί μου. Με καθησύχασε με λόγια τρυφερά. Πήρε τα γυαλιά, από τα χέρια μου, για να μην κοπώ και τότε ξέσπασα σε κλάματα στην αγκαλιά του. Αν με ρωτήσεις το γιατί ακόμα και τόσα χρόνια μετά δεν θα ξέρω τι να σου απαντήσω. Τα ρουθούνια μου είχαν γεμίσει από την μυρωδιά του. Ήμουν σίγουρη ότι δεν υπήρχε μεγαλύτερη ευτυχία, από αυτή, που βίωνα εκείνη την στιγμή. Διαψεύστηκα λίγες στιγμές μετά, όταν τα χείλη του σφάλισαν τα δικά μου. Κάπως έτσι άρχισε το όνειρο. Βρισκόμασταν κάθε μέρα, στα κρυφά, για να ανταλλάξουμε φιλιά και ερωτόλογα. Ζούσα την απόλυτη ευτυχία. Μονάχα στην Κατερίνα είχα εμπιστευτεί το μυστικό μου. Χρειαζόμουν ένα σύμμαχο για να καταφέρνω να το σκάω κάθε μέρα από το σπίτι και να συναντώ τον Ηλία. Εκείνη ήταν που βρήκε και την λύση στο πρόβλημά μου.




  Γιατί να βλέπω τον Ηλία λίγες στιγμές κλεφτά όταν μπορώ να ζω μαζί του; Γιατί να μην τον παντρευτώ; Η ιδέα του να γίνω γυναίκα του ξεπερνούσε για μένα κάθε φαντασία. Μου το είχε προτείνει και ο ίδιος, αλλά πώς να πω στον πατέρα μου ότι, σε αυτή την ηλικία, ήθελα γάμο; Σίγουρα είχε αλλάξει πολύ τον τελευταίο καιρό, αλλά κάτι τέτοιο θα τον έκανε σίγουρα έξαλλο. Τότε η Κατερίνα μου πρότεινε το ίδιο που μου χε προτείνει ο Ηλίας. Να τον φέρουμε προ τετελεσμένου γεγονότος. Αν άφηνα τον Ηλία να με κάνει γυναίκα του πριν παντρευτούμε, ο πατέρας μετά δεν θα είχε άλλη επιλογή.
   Ομολογώ πως την πρώτη φορά που το άκουσα έγινα έξαλλη και για πρώτη φορά τον αποπήρα. Η ιδέα της σημαντικότητας της παρθενίας βλέπεις, ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα μου τόσο από τον πατέρα, όσο και από όλο το χωριό. Όταν όμως μου πρότεινε και η Κατερίνα το ίδιο πράγμα, το ξανασκέφτηκα. Για να με συμβουλεύουν το ίδιο, οι δύο άνθρωποι που με αγαπούσαν τόσο, δεν μπορεί παρά να ήταν το σωστό. Έτσι άφησα τον Ηλία να με κάνει δική του.
  Φανταζόμουν αυτή την πράξη ως κάτι πολύ όμορφο και η αλήθεια είναι ότι απογοητεύτηκα λίγο. Η αλήθεια δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είχα πλάσει στην φαντασία μου. Όλα έγιναν για πρώτη φορά σε ένα χωράφι. Όπως καθόμασταν, ο Ηλίας με έσπρωξε πίσω και ξάπλωσε από πάνω μου.
  Ο έντονος πόνος που ένιωσα  και το βάρος του να με πιέζει λες και ήθελε να με σκάσει δεν είχε τίποτα το ρομαντικό, μα έσφιξα τα δόντια και έκανα υπομονή. Αν αυτός ήταν ο τρόπος για να γίνω γυναίκα του και να ζω μαζί του, θα τον υπέμεινα όσες φορές και αν χρειαζόταν.
Αργότερα, όταν το συζήτησα με την Κατερίνα μου είπε, πως μετά από μερικές φορές ο πόνος δεν θα είναι ο ίδιος, αλλά και να ήταν, έπρεπε να κάνω υπομονή. Όπως μου εξήγησε, ο έρωτας ήταν το αντίτιμο που όφειλε να δίνει μια γυναίκα στον άντρα για να την παντρευτεί και να της κάνει παιδί. Έτσι έκανα υπομονή.
  Δεν είχαν περάσει ούτε λίγες μέρες, όταν μας έπιασε επ’ αυτοφώρω ο πατέρας μέσα στο αγροτικό του Ηλία. Ευτυχώς που βρέθηκε εκεί κοντά η Κατερίνα, αλλιώς, πάνω στον θυμό του, τον είχα ικανό να μας σκοτώσει και τους δυό. Τελικά αυτή η κοπέλα ήταν σίγουρα ο καλός μου άγγελος. Αφού ησύχασε τα πνεύματα είπε, στον Ηλία, να περάσει το βράδυ από το σπίτι, που θα είχε ηρεμήσει ο πατέρας, για να συζητήσουν τα του γάμου, αφού όπως είχαν έρθει τα πράγματα άλλη λύση δεν υπήρχε.
  Με καθησύχασε και με πήρε σπίτι της για να με ετοιμάσει. Όταν τελείωσε και είδα το είδωλο μου στον καθρέφτη δεν πίστευα στα μάτια μου. Πρώτη φορά ήμουν τόσο όμορφη. Όταν πήγαμε σπίτι ο πατέρας ήταν ήρεμος. Λίγο αργότερα ήρθε και ο Ηλίας. Συμφώνησαν να παντρευτούμε δύο Κυριακές μετά.
  Πριν προλάβω να το καταλάβω η ευλογημένη μέρα είχε φτάσει. Αυτή η τόσο ξεχωριστή μέρα για την ζωή κάθε γυναίκας. Φάνταζαν όλα μαγικά. Το νυφικό, η εκκλησία, τα λόγια του παπά. Οι πρώτες μέρες κύλησαν όμορφα και ήρεμα. Απολάμβανα την καινούργια μου ζωή. Το καινούργιο μου σπίτι και την χαρά του να ζω με τον πρίγκιπα των ονείρων μου. Οι φωνές, οι βρισιές και οι κακουχίες που αποτελούσαν καθημερινότητα στο πατρικό μου, φάνταζαν πια παρελθόν. Δυστυχώς, όπως είχα ακούσει την μάνα μου να λέει κάποτε, όλα τα καλά είναι καταδικασμένα να κρατούν λίγο.



  Ήταν πάλι Κυριακή μόλις μια εβδομάδα μετά τον γάμο, όταν μετά από πρόσκληση του Ηλία, ο πατέρας ήρθε στο σπίτι για φαγητό. Άρχισαν να συζητούν πάλι για τα κτήματα, που είχαν σταθεί αφορμή να τον γνωρίσω, και μέσα σε λίγα λεπτά η συζήτηση μετατράπηκε σε καυγά. Ο Ηλίας απαιτούσε ο πατέρας να του γράψει τα κτήματα, αφού όπως του είχε πει όταν του είχε προτείνει να τα αγοράσει, ήταν προίκα μου.
Ο πατέρας πάλι με ψυχρή φωνή του απάντησε, πως όταν έκαναν αυτή τη συζήτηση, δεν φανταζόταν ότι θα παντρευόμουν τόσο σύντομα.
  Τα είχα κυριολεκτικά χαμένα. Αυτόν τον Ηλία, τον σκληρό, τον απόλυτο, δεν τον ήξερα. Δεν φανταζόμουν καν ότι υπήρχε. Ο πατέρας του έκανε ξεκάθαρο, πως η συμπεριφορά του, απέναντι στον ίδιο και στο σπίτι του ήταν ανέντιμη. Τον κατηγόρησε ότι εκμεταλλεύτηκε την απειρία και την ανοησία μου μόνο και μόνο για να βάλει στο χέρι τα κτήματα και τότε ο Ηλίας του αντιγύρισε ότι και εκείνος, με την σειρά του, χρησιμοποίησε τα κτήματα, για να με ξεφορτωθεί εκείνος και να με φορτωθεί αυτός. Δεν άντεχα να ακούσω άλλο. Αυτό ήμουν λοιπόν και για τους δύο; Ένα βάρος; Έφυγα κλαίγοντας για την κρεβατοκάμαρά μου.  Κανείς από τους δύο  δεν έδειξε, όμως, να το προσέχει.
  Πρέπει να είχε περάσει πάνω από μια ώρα όταν τελικά άνοιξε η πόρτα. Στο κατώφλι της στεκόταν ένας Ηλίας αγνώριστος. Άγριος και σκληρός. Χωρίς να πει τίποτα, έπεσε πάνω μου σαν ζώο, κάνοντάς  με δική του με τον πιο πρόστυχο και βάναυσο τρόπο. Λες και προσπαθούσε να ξεσπάσει την απογοήτευσή του πάνω στο κορμί μου. Λες και υπεύθυνη γι’ αυτήν ήμουν εγώ. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν για μέρες, χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί, ώσπου αποφάσισα να μοιραστώ το πρόβλημα μου με την Κατερίνα.
  Εκείνη τότε με συμβούλεψε να υποκύπτω, αδιαμαρτύρητα στις ορέξεις του, γιατί όλα θα άλλαζαν μόλις έμενα έγκυος. Ώστε αυτό επεδίωκε λοιπόν; Αυτή η συνειδητοποίηση γέμισε και πάλι την ψυχή μου χαρά, μόνο που δεν μπορούσα να καταλάβω, γιατί έπρεπε να επιδιώκει κάτι τόσο όμορφο, με τόσο βάναυσο τρόπο. Η Κατερίνα τότε μου είπε, πως η γυναίκα πρέπει να υπακούει τον άντρα της και να συμμορφώνεται στις επιθυμίες του, άσχετα με το αν μπορεί να τις κατανοήσει. Έτσι και έκανα, ώσπου ήρθε η ευλογημένη στιγμή, που μάθαμε ότι είμαι έγκυος. Η χαρά μου δεν περιγραφόταν. Η στάση του Ηλία  άλλαξε με μιας.
   Έγινε πάλι γλυκός και τρυφερός και έπαψε να με κάνει δική του, από φόβο, μην βλάψει το παιδί μας. Καλέσαμε τον πατέρα για φαγητό για να του ανακοινώσουμε τα νέα. Ήρθε μαζί με την Κατερίνα και ας μην την είχαμε καλέσει. Ο Ηλίας την κοίταζε, καθώς πέρναγε το κατώφλι μας στο πλευρό του πατέρα, με απορία. Εγώ δεν απορούσα καθόλου. Προφανώς ο πατέρας ήθελε να την ευχαριστήσει, με αυτόν τον τρόπο, για όσα είχε κάνει για μένα. 
   Στο τραπέζι τους ανακοινώσαμε το ευτυχές γεγονός. Έδειξαν να χαίρονται πολύ. Τότε ο πατέρας είπε κάτι που στα αυτιά μου φάνταζε εντελώς αδιανόητο. Μας είπε ότι είχε και εκείνος κάτι ευχάριστο να μας ανακοινώσει. Την ερχόμενη Κυριακή θα παντρευόταν την Κατερίνα. Στο άκουσμα της είδησης ο Ηλίας συννέφιασε, αλλά το σοκ μου ήταν τόσο μεγάλο, που ήταν αδύνατο να ασχοληθώ μαζί του. Η Κατερίνα ήταν μόλις λίγα χρόνια μεγαλύτερη από εμένα, ενώ τα μαλλιά του πατέρα ήταν ψαρά. Είχε ζήσει από κοντά τον βίαιο και απότομο χαρακτήρα του. Πως ήταν λοιπόν δυνατόν να θέλει να περάσει την ζωή της μαζί του;
  Όταν πήγαμε στην κουζίνα, να φέρουμε το γλυκό, της είπα όλα όσα είχα στο μυαλό μου. Εκείνη με καθησύχασε λέγοντας μου, πως σε εκείνην ο πατέρας φερόταν αλλιώτικα. Άλλωστε για αυτό τον είχε ερωτευτεί. Από την στιγμή που εκείνη το ήθελε, εμένα μου περίσσευε. Μου άρεσε που θα γινόμασταν και επισήμως οικογένεια. Άλλωστε ήταν πάντα η καλή μου νεράιδα. Σήμερα γελάω με πικρία, όταν θυμάμαι, πόσο ευκολόπιστη έχω υπάρξει στην ζωή μου. Το κατάλαβα λίγους μήνες μετά.
  Γέννησα ένα όμορφο κοριτσάκι και λίγο μετά η Κατερίνα έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγοράκι. Όλο αυτό τον καιρό ο Ηλίας ήταν λιγομίλητος και σκυθρωπός, μα πάντα ευγενικός και περιποιητικός. Μέχρι εκείνη την ημέρα. Κυριακή πάλι. Λες και είχε βάλει ο θεός σημάδι μια Κυριακή να φέρνει μόνιμα τα πάνω κάτω στην ζωή μου.
  Μπήκε στο σπίτι σε έξαλλη κατάσταση. Άδικα τον παρακαλούσα να μην φωνάζει για να μην ξυπνήσει το μωρό. Αδιαφορούσε, τόσο για τον φόβο που προκαλούσε στην κόρη μας, όσο και για τον πόνο που προκάλεσε, λίγο αργότερα, σε μένα με τα πικρά του λόγια.  Όλα είχαν γίνει για τα κτήματα. Μονάχα αυτά ήθελε από την αρχή. Εγώ ήμουν αναγκαίο κακό. Ένα βάρος που έπρεπε να επωμιστεί. Βάρος ήμουν και για τον πατέρα μου, που έστησε ολόκληρη πλεκτάνη, με την Κατερίνα, για να με ξεφορτωθούν και να κάνουν την ζωή τους. Με δάκρυα στα μάτια τον ρώτησα, γιατί ήθελε να κάνουμε παιδί, αφού ήταν έτσι. Τότε με πληροφόρησε, ότι αδιαφορούσε, τόσο για το παιδί, όσο και για μένα. Μόνο τα κτήματα τον ένοιαζαν. Το παιδί το έκανε, μόνο και μόνο, γιατί ο πατέρας είχε πει, πως θα του μεταβίβαζε τα κτήματα, αφού  κάναμε παιδί ,μα και αυτό δεν ήταν παρά άλλο ένα τέχνασμα, για να τον δέσει μαζί μου. Σήμερα τον πληροφόρησε πως τα κτήματα θα τα κράταγε για τον καινούργιο του γιο, που θα είχε και το όνομα του και με αυτά τα λόγια βρόντηξε την πόρτα πίσω του και έφυγε φουρκισμένος.



  Με το παιδί στην αγκαλιά έφτασα κλαίγοντας στο πατρικό μου, θέλοντας να μάθω την αλήθεια. Ο πατέρας έλειπε. Με υποδέχτηκε μια Κατερίνα αγνώριστη. Παγερή. Μου είπε πως εγώ είχα φτιάξει την ζωή μου και το σπίτι μου, άρα ο πατέρας μου πλέον είχε υποχρεώσεις μονάχα απέναντι στον γιό που είχε κάνει μαζί της. Σχεδόν με εδίωξε. Από τότε δεν ξανάδα από κοντά ούτε αυτήν, ούτε τον πατέρα και τον αδελφό μου. Μια δυό φορές, που προσπάθησα, δεν μου άνοιξαν καν την πόρτα. Όσο για τον Ηλία, η ζωή δίπλα του, από όνειρο, μετατράπηκε σε εφιάλτη.
  Δεν έχανε ευκαιρία να με ταπεινώσει και να μου χτυπήσει πως τον ξεγελάσαμε οικογενειακώς για να με φορτωθεί. Με απατούσε με ότι θηλυκό φορούσε φούστα και δεν έκανε καν τον κόπο να το κρύψει. Αφιέρωσα όλη μου την ζωή στην κόρη μας και στο να φροντίζω το σπίτι, έχοντας την χαζή ελπίδα, πως κάπως έτσι θα κατάφερνα να τον κάνω να με αγαπήσει και να ξαναγίνει πάλι ο άντρας, με τα τρυφερά λόγια και την μελωδική φωνή, που είχα αγαπήσει. Μπορεί να ακούγεται άρρωστο, αλλά τον αγαπούσα ακόμα. Ακόμα και όταν μεθυσμένος έφερνε τις ερωμένες του στο σπίτι και εγώ κρυβόμουν, μαζί με την μικρή, στο δωμάτιο της, για να μην ακούμε τα βογκητά τους, δεν έπαυα ούτε στιγμή να τον αγαπώ.
  Έτσι πέρασαν όλα τα νιάτα μου με τον πόνο και την δυστυχία να αυλακώνουν πρόωρα το πρόσωπο μου, χωρίς όμως να ναι ικανά να σβήσουν, έστω και στο ελάχιστο, την αγάπη μου για εκείνον. Η κόρη μας πια είχε γίνει ολόκληρη γυναίκα. Όμορφη μα λιγομίλητη και σχεδόν πάντα μελαγχολική. Η στάση της μου έκανε φοβερή εντύπωση. Άσχετα με το πώς φερόταν σε εμένα ο Ηλίας σε εκείνη φερόταν τρυφερά. Ήταν, όπως συνήθιζε να λέει, η πριγκίπισσά του και δεν της χαλούσε κανένα χατίρι.
  Ακόμα και στο θέμα του γάμου δεν την είχε πιέσει. Η Άννα μου ούτε να ακούσει ήθελε για γάμο και ας έκλεινε σε λίγο τα τριάντα πέντε. Θα μου πεις, βλέποντας την συμπεριφορά του πατέρα της απέναντι μου, πώς να θέλει. Πονούσε η ψυχή μου όμως, να ακούω το χωριό να την λέει γεροντοκόρη. Θα μπορούσαμε βέβαια να της βρούμε ένα γαμπρό από μακριά, που να μην ξέρει τα χρόνια της, έδειχνε άλλωστε πολύ μικρότερη. Δεν ήθελε ούτε να το ακούσει και τα περιθώρια στένευαν πια, αφού ήταν θέμα ήδη, αν θα μπορούσε να κάνει παιδί. Δυστυχώς διέψευσε τους φόβους μου με τον χειρότερο τρόπο.
  Ένα μεσημέρι μου είπε πως ήταν έγκυος. Χάρηκα αφάνταστα. Τι και αν είχε βιαστεί και είχε μείνει έγκυος πριν τον γάμο; Άλλωστε και εγώ το ίδιο δεν είχα κάνει; Την ρώτησα ποιος ήταν ο πατέρας και πότε θα ερχόταν να την ζητήσει, για να πάρω μια απάντηση, που έκανε το αίμα μου να παγώσει. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν ο πατέρας, γιατί δεν σκόπευε να τον παντρευτεί. Θα κρατούσε το παιδί μόνη της. Με έπιασε υστερία. Κάτι τέτοιο ήταν ανήκουστο για την μικρή μας κοινωνία, αλλά αφού είχε την σύμφωνη γνώμη του πατέρα της η δική μου περίσσευε.  
  Άλλωστε πήγαινε πολύ καιρός από την τελευταία φορά που η Άννα μου είχε δώσει σημασία. Δεν είχα καταλάβει πότε, το μικρό και τρυφερό μου κοριτσάκι, είχε μεταμορφωθεί σε μια παγερή γυναίκα που με αντιμετώπιζε με απάθεια πολλές φορές και με εχθρότητα, λες και της είχα κάνει κάποιο κακό που αγνοούσα. Με τα χρόνια κατέληξα στο συμπέρασμα, πως σίγουρα είχα κάποιο ελάττωμα που δεν μπορούσα να αντιληφθώ. Κάτι που έκανε όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, να με αντιπαθούν και να με βλέπουν εχθρικά.
  Οι μήνες πέρασαν γοργά και η Άννα μου έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Χαλάλι οι ατέλειωτοι καυγάδες μας, στην προσπάθεια μου να την πείσω να μου αποκαλύψει το όνομα του πατέρα, για να τον αναγκάσουμε να την παντρευτεί. Χαλάλι και τα κουτσομπολιά του χωριού που μήνες τώρα έδιναν και έπαιρναν. Αυτό το μικρό αγγελούδι άξιζε τα πάντα.
   Ο ερχομός  του γέννησε στο στήθος μου την ελπίδα, που για χρόνια είχα χάσει. Αυτό το πλάσμα θα το μάθαινα να μ’ αγαπάει.  Τόσο, όσο δεν με αγάπησε ο πατέρας μου, ό άντρας μου, που συνέχιζα να λατρεύω παρά την άθλια ζωή που μου πρόσφερε και η Άννα μου, που την έβγαλα μέσα από τα σπλάχνα μου. Δεν ξεκολλούσα από δίπλα του τόσο που καλά -καλά ούτε την Άννα που ήταν μητέρα του δεν άφηνα να το αγγίξει. Αυτό στάθηκε και αιτία για εκείνο τον φοβερό καυγά που έμελλε να στοιχίσει τόσο σε όλους μας.
  Η μικρή πεινούσε, της ετοίμασα το γάλα της και πήγα να την ταΐσω, όταν η Άννα μου πέταξε το μπουκάλι από τα χέρια, ουρλιάζοντας ότι είμαι μια υποκρίτρια. Είχα συνηθίσει τα ξεσπάσματά της και χωρίς να δώσω μεγάλη σημασία μάζεψα τα γυαλιά και πήγα να ετοιμάσω καινούργιο γάλα. Με ακολούθησε συνεχίζοντας να ουρλιάζει σαν μανιασμένη μαινάδα, λούζοντάς με, με παράλογες βρισιές και κατηγορίες. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν μου πε ότι δεν αγαπούσα το παιδί. Ο μόνος λόγος που το φρόντιζα, ήταν για να το χρησιμοποιήσω όπως έκανα και με εκείνη. Ε αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Την είπα αχάριστη και απαίτησα να μου πει πότε την χρησιμοποίησα, που είχε φτάσει τόσο χρονών και δεν την είχα αφήσει να πιάσει ένα πράγμα από δω και να το πάει εκεί. Έχοντας χάσει κάθε έλεγχο, της είπα ότι ήταν η τελευταία που θα μπορούσε να κρίνει την στάση μου, ως μάνα, αφού εγώ τουλάχιστον δεν της είχα στερήσει τον πατέρα. Μετάνιωσα για τα λόγια μου, την ίδια στιγμή, που τα ξεστόμιζα. Άσχετα με τον τρόπο που μου συμπεριφερόταν, ήταν παιδί μου και την αγαπούσα. Το τελευταίο που ήθελα ήταν να την πληγώσω. Στην λέξη πατέρας η Άννα ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο.



  Επαναλάμβανε συνέχεια τη λέξη πατέρας  και το γέλιο της ήταν αληθινά τρομαχτικό. Αφού ξέσπασε με κοίταξε με τόση κακία, που χωρίς να το καταλάβω, τα μάτια μου βούρκωσαν. Γέλασε πάλι, με πικρία αυτή τη φορά και έπειτα μου είπε σαν να με έφτυνε καταπρόσωπο.
«Ωραίο πατέρα μου διάλεξες αλήθεια! Σου αξίζουν συγχαρητήρια!» Βουρκωμένη της είπα ότι άσχετα με το πώς φερόταν σε εμένα, εκείνης της είχε προσφέρει τα πάντα. Ρούχα, παπούτσια, παιχνίδια, ελευθερία… Μα πριν προλάβω να ολοκληρώσω την φράση μου την άκουσα να συμπληρώνει. «Και γεμάτα βράδια».
Την κοίταξα με απορία. Μου ήταν αδύνατο να καταλάβω τι εννοούσε. Η στάση μου την εξαγρίωσε ακόμα περισσότερο.
  «Σταμάτα να με κοιτάς με αυτό το ηλίθιο βλέμμα! Τι θέλεις; Να με πείσεις ότι τόσα χρόνια δεν έχεις καταλάβει τίποτα;»
Συνέχιζα να την κοιτάζω, γιατί πραγματικά, ούτε τόσα χρόνια, ούτε εκείνη την στιγμή μπορούσα να καταλάβω, τι ήταν αυτό που εννοούσε.
«Άδικα προσπαθείς! Δεν με πείθεις πια! Είμαι σίγουρη ότι καιρό τώρα τα ξέρεις όλα! Ίσως να το ήξερες και από την αρχή και να μην μίλαγες γιατί σε βόλευε!»
«Με βόλευε τι Άννα; Επιτέλους μίλα ξεκάθαρα!»
«Σε βόλευε να πηδάει εμένα ο άντρας σου, ώστε να μην φορτώνεται σε εσένα, αλλά να μην κουβαλάει και ξένες τσούλες και τον τυλίξει καμιά και χάσεις τον πρίγκιπά σου!» Αυτό που μόλις είχα ακούσει ,δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μου. Είχα καταλάβει ότι η κόρη μου με αντιπαθούσε, αλλά να φτάσει στο σημείο να λέει τέτοια φρικτά ψέματα, για τον ίδιο της τον πατέρα ήταν άρρωστο. Ο Ηλίας μπορεί να ήταν ότι ήταν, αλλά δεν θα έκανε ποτέ τέτοιο πράγμα στο ίδιο του το αίμα.
«Παιδί μου τι αρρωστημένα ψέματα είναι αυτά που λες; Με μισείς τόσο πολύ που προκειμένου να με πληγώσεις, δε διστάζεις να…»
«Ψέματα; Είναι δυνατόν να είσαι τελικά τόσο ηλίθια, ώστε να μην έχεις καταλάβει τίποτα, τόσο καιρό; Γιατί ο άντρας σου έπαψε να φέρνει ερωμένες στο σπίτι αφού μεγάλωσα; Γιατί δεν με πίεσε ποτέ να παντρευτώ; Γιατί δεν επέμεινε να μάθει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού μου; Γιατί τον ήξερε! Γιατί το παιδί είναι δικό του!»
  Είπε και άλλα πολλά μα εγώ είχα πάψει από ώρα να ακούω. Τα αυτιά μου βούιζαν , τα μάτια μου είχε θολώσει και το μυαλό μου γύριζε. Μέσα σε μια στιγμή όλη η τεράστια αγάπη που είχα για τον Ηλία, όλα αυτά τα χρόνια, μετατράπηκε σε μίσος. Άσβηστο. Αβυσσαλέο. Είχα ανεχτεί τα πάντα χωρίς να πάψω να τον αγαπώ, ούτε στο ελάχιστο. Φρόντιζα να του βρίσκω δικαιολογίες. Πίστευα πως κατά βάθος ήταν ένας καλός άνθρωπος που απλά είχε χάσει τον δρόμο του, να όμως που αποδεικνυόταν ένα δίποδο, αρρωστημένο τέρας.  Ένα ελεεινό υποκείμενο, ανίκανο να αγαπήσει και να σεβαστεί ακόμα και το ίδιο του το παιδί.  
  Αλλά και εγώ τι σόι μάνα ήμουν που δεν μπόρεσα να καταλάβω; Να προλάβω το κακό πριν καν συμβεί; Να την προστατέψω; Μα πως; Πλέον ήμουν πεπεισμένη πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ικανός για όλα. Αν ένιωθε ότι θα στεκόμουν εμπόδιο, ακόμα και τώρα στο αρρωστημένο πάθος του, δεν θα το είχε σε τίποτα να με βγάλει από την μέση και τότε η Άννα μου θα ήταν και πάλι απροστάτευτη. Όχι μόνο η Άννα ακόμα και η μπέμπα αν μεγάλωνε λίγο. Δεν δίστασε με το ένα του παιδί, γιατί να διστάσει με το άλλο που ήταν παιδί και εγγόνι μαζί.
  Άδειασα το στομάχι μου στο πάτωμα μα και πάλι καλύτερα δεν ένιωσα. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο, να τον σταματήσω. Κατέστρεψε την δική μου ζωή. Κατέστρεψε την ζωή της Άννας μου. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να καταστρέψει και την μπέμπα μας. Πως όμως τάχα θα μπορούσα να τον σταματήσω. Ήταν τόσο δυνατός και εγώ τόσο αδύναμη. Αν τις έπαιρνα και έφευγα; Άδικος κόπος. Χωρίς χρήματα δεν θα φτάναμε και πολύ μακριά. Θα ήταν θέμα χρόνου για εκείνον να μας ανακαλύψει και τότε μας περίμεναν τα χειρότερα.
  Θεέ μου έφτιαξες τον κόσμο τόσο μεγάλο και να τώρα εμείς κατατρεγμένες, να μην έχουμε πουθενά να κρυφτούμε εκτός… Μα βέβαια. Μονάχα αυτός θα μπορούσε να μας προστατέψει. Άλλωστε χρόνια τώρα ήταν ο μόνος στον οποίον συνέχιζα να πιστεύω. Δεν ήταν εύκολη απόφαση, μα δεν υπήρχε και άλλη λύση. Βάδισα, με αργά βήματα, στην κουζίνα να ετοιμάσω το γάλα της μπέμπας. Ξαφνικά ένιωθα πολύ γερασμένη ακόμα και γι’ αυτά τα λίγα βήματα. Η Άννα μου, που ακόμα έτρεμε από την σύγχυση, μου ζήτησε να της φτιάξω ένα τσάι.
   Την είχα έτσι μαθημένη, που ακόμα και μετά απ’ όσα είχε ξεστομίσει, το θεωρούσε υποχρέωσή μου. Μα πως μπορούσα να την κατηγορήσω για το οτιδήποτε μετά από όλα αυτά που είχε περάσει. Έφτιαξα πρώτα το γάλα της μπέμπας να κρυώνει και έπειτα δύο κούπες τσάι, μια για μένα μια για εκείνη. Άνοιξα το ντουλάπι, έβγαλα το ποντικοφάρμακο και έβαλα πρώτα στο μπιμπερό και έπειτα στις δύο κούπες. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Άλλο ασφαλές καταφύγιο. Έριξα κάμποση ζάχαρη για να σκεπάσω το δηλητήριο. Τα πήρα και πήγα στο σαλόνι.
  Παρακολουθούσα σκυθρωπή την Άννα μου και την μπέμπα να καταπίνουν λαίμαργα την σωτηρία τους. Αθώες. Ανυποψίαστες. Αφού βεβαιώθηκα ότι το ήπιαν όλο, ήπια την δική μου κούπα με δύο γουλιές. Η τελευταία μου σκέψη ήταν προσευχή σε εκείνον. Να συγχωρέσει το αμάρτημα μου, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχα άλλο τρόπο να τις προφυλάξω και να μην μου τις στερήσει στην μεταθανάτιο ζωή.
  Τα τρία άψυχα σώματα ανακάλυψε, μετά από αρκετές ώρες, ο Ηλίας. Γνωρίζοντας στο χωριό για τις πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις του και την υπερβολική αγάπη που έτρεφε γι’ αυτόν η γυναίκα του, υπέθεσαν πως αυτοκτόνησε, αφού σκότωσε την κόρη και την εγγονή τους για να τον εκδικηθεί. Τα ίδια πάνω κάτω έγραψαν και οι εφημερίδες της εποχής, χαρακτηρίζοντας την σύγχρονη Μήδεια. Το πλήγμα ήταν ήδη μεγάλο, για την μικρή κοινωνία του χωριού. Έτσι ακόμα και αν κάποιοι υποψιάζονταν ,ως έναν βαθμό, τον πραγματικό λόγο που οδήγησε την γυναίκα του Ηλία σε αυτή την αποτρόπαια πράξη, προτίμησαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Έτσι η αλήθεια θάφτηκε όπως συνηθίζεται να γίνεται όταν δεν μπορεί να την αντέξει η κοινή γνώμη.


Κείμενο: Τζένη Κοσμίδου

Ηθοποιοί: Άννα Βαγενά (αποσπάσματα από την παράσταση της «Ο Γάμος»
Φιλολογική επιμέλεια: Μαρία Ζαφείρη
Φωτογράφηση: Ivalina Dakova
Art Design Ματωμένα Ίχνη: Διονύσης Βεργίνης






Τα Ματωμένα Ίχνη της Τζένης Κοσμίδου προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία της ανήκουν. Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε το κείμενο με την προϋπόθεση να υπάρχει ενεργό link της παρούσας δημοσίευσης.